Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κέντρον

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κέντρον Medium diacritics: κέντρον Low diacritics: κέντρον Capitals: ΚΕΝΤΡΟΝ
Transliteration A: kéntron Transliteration B: kentron Transliteration C: kentron Beta Code: ke/ntron

English (LSJ)

τό, (κεντέω) A any sharp point: 1 horse-goad, [ἵπποι] ἄνευ κέντροιο θέοντες Il.23.387, cf. 430, Ar.Nu.1297, X.Cyr.7.1.29, etc.; διπλοῖς κέντροισι S.OT809; ὄνειδος ἔτυψεν δίκαν διφρηλάτου μεσολαβεῖ κ. A.Eu.157 (lyr.): post-Hom., ox-goad (Hom. βουπλήξ), used as an instrument of torture, Hdt.3.130; κέντροις καὶ μάστιξιν Pl.Lg.777a: prov., πρὸς κέντρα λακτίζειν = kick against the pricks, kick against the goads, kick against the goad, offer vain and perilous or ruinous resistance, offer vain and ruinous resistance, resist in vain (v. λακτίζω 2); δεῖ… κέντρου πολλάκις, οὕτω δὲ καὶ χαλινοῦ Longin.2.2; as a symbol of sovereignty, λαβὼν… χερσὶν κέντρα κηδεύει πόλιν S.Fr.683. b metaph., goad, spur, incentive, Pi.Fr.124.4, A.Pr.691 (lyr.); ποῦ γὰρ τοσοῦτο κ. ὡς μητροκτονεῖν; Id.Eu.427; κέντροις ἔρωτος E.Hipp.39, cf.1303; πόθου κέντρον Pl.R.573a; κέντρα καὶ ὠδῖνες Id.Phdr.251e; κέντρον ἐγερτικὸν θυμοῦ Plu.Lyc.21; κέντρα πτολέμοιο, of the Argives, Orac. ap. Sch.Theoc.14.48; κέντρον ἐμοῦ desire for me, S.Ph.1039. 2 metaph., in plural, tortures, pangs, Id.Tr.840 (lyr.): sg., τὸ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία 1 Ep.Cor.15.56. 3 point of a spear, Plb.6.22.4: pl., of the περόναι with which Oedipus pierced his eyes, S.OT1318. 4 peg of a top, Pl.R. 436d. 5 of animals, a sting of bees and wasps, Ar.V.225, 407 (lyr.), al.; of scorpions, Arist.PA683a12 (so of the constellation Scorpio, Arat.505): hence, metaph., of malicious persons, ἐς τοὺς ἔχοντας κέντρ' ἀφιᾶσιν E.Supp.242; πορεύεται, ὥσπερ σκορπίος, ἠρκὼς τὸ κέντρον D.25.52; of Pericles as an orator, τὸ κέντρον ἐγκατέλειπε τοῖς ἀκροωμένοις Eup.94.7; of Socrates, ὥσπερ μέλιττα τὸ κέντρον ἐγκαταλιπών Pl.Phd.91c; οἷον ὀφθαλμῷ κ. ἐνθεῖσα Philostr.Im.2.1; βλέμματος κ. Onomarch. ap. Philostr.VS2.18. b spur of a cock, Gp.14.7.17. c quill of the porcupine, Ael.NA12.26. d = πόσθη, Sotad.1. 6 stationary point of a pair of compasses, Vitr.3.1.3: generally, centre of a circle, Pl. Ti.54e, Arist.APr.41b15, al.; ἡ ἐκ τοῦ κ. (sc. εὐθεῖα) radius, Euc.Opt. 34; ὥσπερ κύκλον κέντρῳ περιέγραψαν τὴν πόλιν Plu.Rom.11; τὸ κέντρον τᾶς σφαίρας Ti.Locr.100e; τὸ κέντρον τῆς γῆς Ptol.Tetr.52; κέντρον βάρεος centre of gravity, Archim.Aequil.1Def.4: metaph., κ. καὶ διαστήματι περιγράφειν circumscribe, Plu.2.513c, 524f. 7 pin, rivet, Paus.10.16.1; spur, tip, for fixing a machine in the ground, Apollod Poliorc. 144.1. 8 ῥακτηρίοις κέντροισιν, of oars, S.Fr.802. 9 Astron., cardinal point on the ecliptic, Ptol.Tetr.74, S.E.M.5.12, Vett.Val.50.18, etc. 10 hard knot in stone, Thphr.HP5.2.3; flaw in crystals, Plin.HN37.28.

German (Pape)

[Seite 1418] τό (κεντέω), 1) ales Stechende, bes. – a) der Stachel, mit welchem die Pferde u. andere Zug- oder Lastthiere angetrieben wurden; ἄνευ κέντροιο θέοντες ἵπποι Il. 23, 387, vgl. 430; ἡνιοχικά Plat. Phaedr. 254 e; κέντροις καὶ μάστιξιν Legg. VI, 777 a; οὐδὲν φειδόμενος τῶν ἵππων, ἀλλ' ἐξαιματῶν τῷ κέντρῳ, mit dem Sporn, Xen. Cyr. 7, 1, 15; κέντρα διωξικέλευθα Philodem. 27 (VI, 246);für Rinder, = βουπλήξ, Plut. Mar. 27; πρὸς κέντρα λακτίζειν, gegen den Stachel löken, Pind. P. 2, 94; Eur. Bacch. 294; vgl. οὔκουν πρὸς κέντρα κῶλον ἐκτενεῖς Aesch. Prom. 323. – b) eine Stachelknute, als Züchtigungs- oder Marterwerkzeug, Her. 3, 130; vgl. Schol. Ar. Nubb. 449. – c) der Sporn der Hähne, Geop. – d) der Stachel des Stachelschweins, Ael. N. A. 12, 26; der Skorpionen, der Wespen, Bienen u. dergl., Arist. part. anim. 4, 5; übertr., τὰ κέντρα ἐγκατέλιπε τοῖς ἀκροωμένοις Eupol. bei Schol. Ar. Ach. 529; ὥσπερ μέλιττα τὸ κέντρον ἐγκαταλιπών Plat. Phaed. 91 c. – e) die Spitze an der Lanze, Pol. 6, 22, 4. – f) oft übertr., Stachel, Sporn zu Etwas, Reiz, Antrieb, auch Stachel, Spitze der Rede; δείματ' ἀμφήκει κέντρῳ ψύχειν ψυχὰν ἐμάν Aesch. Prom. 694, vgl. Eum. 152. 405; εἰ μή τι κέντρον θεῖον ἦγ' ὑμᾶς ἐμοῦ, Verlangen nach mir, Soph. Phil. 1028; vom Schmerz, Tr. 836; ἐκπεπληγμένη κέντρονς ἔρωτος Eur. Hipp. 39, vgl. 1303; κέντρων καὶ ὠδίνων ἔληξεν Plat. Phaedr. 251 e; τὰ μέλη κέντρον ἔχειν ἐγερτικὸν θυμοῦ Plut. Lyc. 21. – 2) der Mittelpunkt, in den man mit dem einen Zirkelfuß hineinsticht, wenn man einen Kreis beschreiben will, das Centrum; Plat. Rep. IV, 436 d; Mathem.; κύκλον κέντρῳ περιγράφειν Plut. Rom. 11. – Daher auch im Holz oder Stein eine harte Stelle, ein harter Kern, Theophr.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
I. aiguillon ; fig. stimulant, excitant ; aiguillon (de la douleur, du désir);
II. aiguillon d'un animal, dard (d'un scorpion, d'une abeille, etc.) ; fig. κέντρον ἐγκαταλείπειν PLAT laisser l'aiguillon dans l'esprit en parl. de l'impression produite par un orateur éloquent;
III. p. anal.
1 fouet garni de clous;
2 piquants du porc-épic;
IV. point central d'une circonférence : κύκλον κέντρῳ περιγράφειν PLUT tracer un cercle autour d'un point central ; κέντρῳ καὶ διαστήματι περιγράφειν PLUT limiter par une circonférence, circonscrire.
Étymologie: DELG κεντέω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κέντρον -ου, τό [κεντέω] gepunt voorwerp prikkel, prikstok, zweep (voor paarden); spreekw.:; πρὸς κέντρα λακτίζειν tegen de prikkel trappen (= weerbarstig zijn) Eur. Ba. 795; overdr. aandrang, prikkel:. κέντροις ἔρωτος door liefdesprikkels Eur. Hipp. 39; τρέφειν πόθου κέντρον de prikkel van het verlangen voeden Plat. Resp. 573a. prikkel, gesel, als martelwerktuig:. μάστιγάς τε καὶ κέντρα παραφέρειν ἐς τὸ μέσον de zwepen en prikkels te voorschijn te halen Hdt. 3.130.2. speld:. κέντρων τε τῶνδ’ οἴστρημα het prikken van deze spelden Soph. OT 1318. angel (van insect); overdr.: ἐς τούς τ’ ἔχοντας κέντρ’ ἀφιᾶσιν κακά en op de rijken richten zij (de armen) hun kwaadaardige pijlen Eur. Suppl. 242. geom. waar de punt van de passer staat middelpunt (van een cirkel).

Russian (Dvoretsky)

κέντρον: τό
1 кентр, стрекало (κέντρῳ ἐπισπέρχειν Hom.; κέντρα ἡνιοχικὰ καὶ μάστιξ Plat.): πρὸς κέντρα λακτίζειν погов. Pind., Soph. etc. лягать стрекала, т. е. идти против рожна;
2 колющее орудие, игла, скорпион (орудие пытки) Her.;
3 pl. уколы, мучения (κέντρα καὶ ὀδύναι Plat.);
4 жало (sc. μελίττης Plat.; ἐντόμων Arst.; sc. τοῦ σκορπίου NT; τῷ κέντρῳ κεντεῖν Arph.): εἴς τινα κέντρα ἀφιέναι κακά Eur. злобно бранить кого-л.;
5 кончик, острие (τοῦ στροβίλου Plat.);
6 membrum virile Sotades ap. Plut.;
7 срединная точка, средоточие, центр (ἐκ τοῦ κέντρου ἀγόμεναι γραμμαί Arst.): κύκλον κέντρῳ περι γράφειν Plut. описать окружность из центра;
8 побудительное начало, побуждение, желание, страсть: κ. ἐμοῦ Soph. желание увидеться со мной; τῆς ἐχθίστης θεῶν δηχθεῖσα κέντροις Eur. (Федра), уязвленная побуждениями самой ненавистной из богинь, т. е. соблазненная Афродитой; ἐκπεπληγμένη κέντροις ἔρωτος Eur. терзаемая любовными страстями; κ. ἐγερτικὸν θυμοῦ Plut. волнующее душу начало, возбуждающая сила.

English (Autenrieth)

(κεντέω): goad. (Il.)

English (Slater)

κέντρον goad, spur ποτὶ κέντρον δέ τοι λακτιζέμεν τελέθει ὀλισθηρὸς οἶμος (P. 2.94) ἐμβάλλων τ' ἐριπλεύρῳ φυᾷ κέντρον αἰανὲς (P. 4.236) met., ἐν ξυνῷ κεν εἴη συμπόταισίν τε γλυκερὸν καὶ Διωνύσοιο καρπῷ καὶ κυλίκεσσιν Ἀθαναίαισι κέντρον sc. the skolion fr. 124. 4. κέντρον δὲ μάχας ὁ κρατιστεύων λόγος fr. 180. 3.

English (Strong)

from kenteo (to prick); a point ("centre"), i.e. a sting (figuratively, poison) or goad (figuratively, divine impulse): prick, sting.

English (Thayer)

κέντρου, τό (κεντέω to prick);
1. a sting, as that of bees (Sept.) attributes to death, personified, a κέντρον, i. e. a deadly weapon, and that κέντρον is said to be ἡ ἁμαρτία (56), because sin is death's cause and punishment (?) (an iron goad, for urging on oxen, horses and other beasts of burden; hence, the proverb πρός κέντρα λακτίζειν, to kick against the goad, i. e. to offer vain and perilous or ruinous resistance: Pindar Pythagoras 2,173; Aeschylus (Ag. 1624, cf.) Prom. 323; Euripides, Bacch. 795; Terent. Phorm. 1,2, 28; Ammian. 18,5.

Greek Monotonic

κέντρον: τό (κεντέω), κάθε αιχμηρό σημείο· 1. α) το κέντρο των αλόγων, Λατ. stimulus, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· επίσης, βούκεντρο, σε Πλάτ.· παροιμ., πρὸς κέντρα λακτίζειν, βλ. λακτίζω. β) μεταφ., παρακίνηση, παρόρμηση, έναυσμα, ερέθισμα, κίνητρο, σε Αισχύλ., Ευρ.
2. όργανο βασανισμού, σε Ηρόδ.· μεταφ. στον πληθ., βασανιστήρια, σουβλιές, οξείς πόνοι, σε Σοφ.
3. κεντρί μελισσών και σφηκών, σε Αριστοφ.· λέγεται για σκορπιό, σε Δημ.· μεταφ., λέγεται για την εντύπωση που έκανε ο Σωκράτης, ὥσπερ μέλιττα τὸ κ. ἐγκαταλιπών, σε Πλάτ.
4. περιστρεφόμενο σκέλος διαβήτη, κέντρο κύκλου, στον ίδ.

Greek (Liddell-Scott)

κέντρον: τό, (κεντέω) ὀξὺ ἄκρον, ὀξεῖα αἰχμή· 1) κεντρί, κέντρον διὰ τοὺς ἵππους, Λατ. stimulus, ἵπποι ἄνευ κέντροιο θέοντες Ἰλ. Ψ. 387, πρβλ. 430, Σοφ. Ο. Τ. 809, Ἀριστοφ. Νεφ. 1297, Ξεν. Κύρ. 7, 1, 29, κτλ.· κέντρῳ μεσολαβεῖ Αἰσχύλ. Εὐμ. 157· κ. διπλᾶ Σοφ. Ο. Τ. 809·- παρ’ Ἀττ. συχνάκις = τῷ Ὁμηρικῷ βουπλήξ, βούκεντρον, «φκέντρι», κέντροις καὶ μάστιξιν Πλάτ. Νόμ. 777 Α, κτλ.·- παροιμ., πρὸς κέντρα λακτίζειν (ἴδε λακτίζω 2)· δεῖ… κέντρου πολλάκις, οὕτω δὲ καὶ χαλινοῦ Λογγῖν. 2. 2, πρβλ. Κικ. ad M. Brutum Epist. 56· ἐν χρήσει ὡς σύμβολον τυραννίδος, λαβὼν… χερσὶ κέντρα κηδεύει πόλιν Σοφ. Ἀποσπ. 606. β) μεταφορ., παρακίνησις, παρόρμησις, Πινδ. Ἀποσπ. 89, Αἰσχύλ. Πρ. 693, 598, πρβλ. Εὐμ. 427· κέντροις ἔρωτος Εὐρ. Ἱππ. 39, πρβλ. 1303· πόθου κ. Πλάτ. Πολ. 573 Α, πρβλ. Φαῖδρ. 251 Ε· κ. ἐγερτικὸν θυμοῦ Πλουτ. Λυκοῦργ. 21· κέντρα πτολέμοιο, ἐπὶ τῶν Ἀργείων, Χρησμ. παρὰ τῷ Σχολ. Θεοκρ. 14. 48· ἀλλά, κ. ἐμοῦ, ἐπιθυμία δι’ ἐμέ, Σοφ. Φιλ. 1039. 2) κολαστήριον ὄργανον, Ἡρόδ. 3. 130·- μεταφορ., ἐν τῷ πληθ., βάσανοι, ὀδύναι, Σοφ. Τρ. 839· τὰ ἐν Ο. Τ. 1318 κέντρα ἀναφέρονται εἰς τὰς περόνας, δι’ ὧν ὁ Οἰδίπους ἐτύφλωσεν ἑαυτόν. 3) ἡ αἰχμὴ τοῦ δόρατος, Πολύβ. 6. 22, 4. 4) ἡ κορυφὴ ἢ τὸ κέντρον στροβίλου, ῥόμβου, κοιν. «σβούρου», Πλάτ. Πολ. 436D. 5) ἐπὶ ζῴων, α) τὸ κέντρον τῶν μελισσῶν καὶ σφηκῶν, Ἀριστοφ. Σφ. 225, 406, κ. ἀλλ.· τῶν σκορπίων, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 5, 58·- ἐντεῦθεν, μεταφορ., ἐπὶ κακῶν ἀνθρώπων, ἐς τοὺς ἔχοντας κέντρ’ ἀφιᾱσιν Εὐρ. Ἱκέτ. 242· πορεύεται, ὥσπερ σκορπίος, ἠρκὼς τὸ κ. Δημ. 786. 4· ὡσαύτως, ἐπὶ τῆς ἐντυπώσεως, τῆς καταλειπομένης εἰς τοὺς ἀκροωμένους ἐκ τῶν λόγων τοῦ Περικλέους, κέντρον ἐγκατέλειπε τοῖς ἀκροωμένοις Εὔπολις ἐν «Δήμοις» 6· οὕτως ἐπὶ τοῦ Σωκράτους, ὥσπερ μέλιττα τὸ κ. ἐγκαταλιπὼν Πλάτ. Φαίδων 91C. β) τὸ πλῆκτρον ἀλεκτρυόνος, Γεωπ. 14. 7, 17. γ) ἄκανθα τοῦ τοξότου, θαλασσίου τινὸς ζῴου ἔχοντος ὁμοιότητα πρὸς τὸν ἐχῖνον, Αἰλ. π. Ζ. 12. 26. δ) = πόσθη, Σωτάδ. παρὰ Στοβ. 2. 11 Α. 6) τὸ μὴ περιστρεφόμενον σκέλος τοῦ διαβήτου, Πλάτ. Πολ. 436D, Βιτρούβ. 3. 1· καθόλου, τὸ κέντρον κύκλου, Πλάτ. Τίμ. 54 Ε, 55Β, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Πρότ. 1. 24, 2, κ. ἀλλ.· κύκλον κέντρῳ περιγράφειν, γράφω κύκλον, Πλουτ. Ρωμ. 11· τὸ κ. τᾱς σφαίρας Τίμ. Λοκρ. 100 Ε·- μεταφορ., κ. καὶ διαστήματι περιγράφειν Πλούτ. 2. 513C, 524F. 7) ἧλοςγόμφος, Παυσ. 10. 16, 1. ΙΙ. σκληρόν τι ἔκφυμα ἐντὸς λίθου, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 5. 2, 3, Πλίν. 37. 10, κτλ.

Frisk Etymological English

Meaning: sting (stab) etc.
See also: s. κεντέω.

Middle Liddell

κέντρον, ου, τό, κεντέω
1. any sharp point:
1. a horsegoad, Lat. stimulus, Il., etc.: also an ox-goad, Plat.; —proverb., πρὸς κέντρα λακτίζειν, v. λακτίζω 2.
b. metaph. a goad, spur, incentive, Aesch., Eur.
2. an instrument of torture, Hdt.:—metaph. in plural tortures, pangs, Soph.
3. the sting of bees and wasps, Ar.; of a scorpion, Dem.; metaph. of the impression produced by Socrates, ὥσπερ μέλιττα τὸ κ. ἐγκαταλιπών Plat.
4. the stationary point of a pair of compasses, the centre of a circle, Plat.

Frisk Etymology German

κέντρον: {kéntron}
Meaning: Stachel (stab)’
See also: s. κεντέω.
Page 1,821

Chinese

原文音譯:kšntron 肯特朗
詞類次數:名詞(5)
原文字根:穿孔(者) 相當於: (מֶתֶג‎) (קֶטֶב‎)
字義溯源:尖,刺,刺棍,毒鈎;源自(κενόω)X*=刺穿)。這字中譯為:刺,毒鈎;用在三件事上:
1)掃羅迫害主的信徒,主用強光照倒他,對他說,你用腳踢‘刺’(或:刺棍)是難的( 林前26:14; 9:5和合本未譯出)
2)保羅講論死人復活說,這必死的,要變成不死的;死阿,你的‘毒鉤’在那裏( 林前15:55,56)
3)當第五位天使吹號時,有蝗蟲從無底坑上來,其尾巴上的‘毒鉤’能傷人五個月( 啓9:10)
出現次數:總共(5);徒(2);林前(2);啓(1)
譯字彙編
1) 毒鈎(3) 林前15:55; 林前15:56; 啓9:10;
2) 刺棍(2) 徒9:5; 徒26:14

English (Woodhouse)

goad, incentive, sting, peg of a top, sharp point

⇢ Look up "κέντρον" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)

Mantoulidis Etymological

(=κεντρί, σημεῖο γύρω ἀπό τό ὁποῖο περιγράφεται κύκλος). Ἀπό το κεντῶ, ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα.

Translations

goad

Arabic: مَنْخَس‎; Aramaic: זקתא‎; Armenian Old Armenian: գաւազան; Aromanian: strimburari; Belarusian: стракала; Bulgarian: остен, копраля; Catalan: agullada, tocadora, gullada; Czech: bodec; Dutch: staak; Finnish: tutkain; French: aiguillon; Galician: aguillada, aguillón; German: Stachelstock; Greek: βουκέντρα; Ancient Greek: κέντρον; Hebrew: מַלְמַד‎; Hungarian: ösztöke; Ido: pikobastono; Indonesian: gancu; Irish: brod; Italian: pungolo; Javanese: gancu; Kashubian: òsce; Kurdish Central Kurdish: نەقیزە‎; Northern Kurdish: misas; Latin: stimulus; Macedonian: остен; Malay: angkus; Malayalam: തോട്ടി, അങ്കുശം; Middle English: gode; Old Church Slavonic Cyrillic: стрѣкало; Persian: سک‎; Polish: oścień; Romanian: strămurare; Russian: прут, стрекало; Sanskrit: अष्ट्रा; Scottish Gaelic: brod; Serbo-Croatian: badalo; Cyrillic: бадало; Roman: badalo; Spanish: picana, puya, aguijada; Thai: ประตัก, ปฏัก; Turkish: üvendire; Ukrainian: стрекало, стрікало; Urdu: آنکس‎

spur

Albanian: mamuz; Arabic: مِهْمَاز‎; Armenian: խթան; Assamese: আল; Azerbaijani: mahmız; Belarusian: шпора, астрога; Bulgarian: шпора; Catalan: esperó; Chinese Mandarin: 馬刺, 马刺; Czech: ostruha; Danish: spore; Dutch: spoor; Esperanto: sprono; Estonian: kannus; Finnish: kannus; French: éperon; Galician: espora; German: Sporn; Greek: σπιρούνι, σπηρούνι, σπερούνι, πτερνιστήρας, φτερνιστήρας, φτερνιστήρι, πτερνιστήρ; Ancient Greek: κέντρον, μύωψ, πλῆκτρον, πλᾶκτρον; Hebrew: דורבן / דָּרְבָּן‎; Hindi: महमेज़; Hungarian: sarkantyú; Irish: spor, brod; Italian: sperone; Japanese: 拍車; Kazakh: өкшелік; Khmer: ក្រចាប់; Korean: 박차; Kyrgyz: шпора; Latin: calcar; Macedonian: мамуза; Malay: pacu; Maori: kipa; Middle English: spore; Mongolian: түлхэц; Norwegian Bokmål: spore; Nynorsk: spore; Occitan: esperon; Pashto: مهميز‎; Persian: مهمیز‎, اسب انگیز‎; Polish: ostroga; Portuguese: espora; Romanian: pinten; Russian: шпора; Serbo-Croatian Cyrillic: мамуза, оструга; Roman: mamuza, ostruga; Slovak: ostroha; Slovene: ostroga; Spanish: espuela; Swedish: sporre; Tagalog: tari, espuwelas; Tajik: маҳмез; Tibetan: རྟིང་ལྕགས; Turkish: mahmuz; Ukrainian: острога, шпора; Urdu: مہمیز‎; Uzbek: shpora, mahmez; Welsh: sbardun, ysbardun

sting

Armenian: խայթոց; Bulgarian: ожилване; Chinese Mandarin: 叮咬; Czech: bodnutí, píchnutí; Esperanto: piko; Finnish: pistos, purema; French: piqûre; German: Stich, Biss, Insektenstich, Insektenbiss, Bienenstich, Wespenstich, Skorpionstich; Hebrew: עֲקִיצָה‎; Hungarian: csípés; Irish: cealg; Italian: puntura; Japanese: 虫刺され, 虫さされ; Malay: sengatan; Norwegian: stikk; Persian: گزش‎; Polish: ukąszenie; Portuguese: ferroada, picada; Romanian: înțepătură; Russian: укус насекомого; Spanish: picadura; Telugu: కుట్టు; Thai: กัด, ต่อย; Turkish: sokma; Volapük: stegül, näsäkastegül, bienastegül, flibastegül, skorpionastegül

quill

Belarusian: калючка; Bulgarian: бодил; Burmese: ဖြူဆူး; Catalan: pua; Chinese Mandarin: 刺; Finnish: piikki; French: piquant, épine; German: Stachel; Greek: αγκάθι; Icelandic: broddur; Italian: aculeo; Japanese: 棘; Korean: 가시; Russian: иголка, игла; Serbo-Croatian: bodlja, bodljika, бодља, бодљика; Spanish: púa; Swedish: pigg; Ukrainian: голка