ἀποθρώσκω: Difference between revisions
ἠργάζετο τῷ σώματι μισθαρνοῦσα τοῖς βουλομένοις αὐτῇ πλησιάζειν → she lived as a prostitute letting out her person for hire to those who wished to enjoy her, she worked with her body by hiring herself out to anyone who wanted to have sex with her
(5) |
m (Text replacement - "mdlsjtxt=<br />" to "mdlsjtxt=") |
||
(One intermediate revision by the same user not shown) | |||
Line 7: | Line 7: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=[[ἀποθρῴσκω]] (Α)<br /><b>1.</b> [[πηδώ]] έξω από [[πλοίο]] («...[[νηός]], ἀπὸ [[νηός]]»), [[κάτω]] από [[άλογο]] («...ἀπὸ τῶν ἵππων»)<br /><b>2.</b> εκτινάσσομαι από τη [[νευρά]] του τόξου (για [[βέλος]])<br /><b>3.</b> [[βγαίνω]], [[ξεπροβάλλω]] («καὶ καπνὸν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι ἧς γαίης»)<br /><b>4.</b> (για βράχο) αποσπώμαι και [[κατρακυλώ]]. | |mltxt=[[ἀποθρῴσκω]] (Α)<br /><b>1.</b> [[πηδώ]] έξω από [[πλοίο]] («...[[νηός]], ἀπὸ [[νηός]]»), [[κάτω]] από [[άλογο]] («...ἀπὸ τῶν ἵππων»)<br /><b>2.</b> εκτινάσσομαι από τη [[νευρά]] του τόξου (για [[βέλος]])<br /><b>3.</b> [[βγαίνω]], [[ξεπροβάλλω]] («καὶ καπνὸν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι ἧς γαίης»)<br /><b>4.</b> (για βράχο) αποσπώμαι και [[κατρακυλώ]]. | ||
}} | |||
{{mdlsj | |||
|mdlsjtxt=<b class="num">I.</b> to [[leap]] off from, [[νηός]] Il.; ἀφ' ἵππου, ἀπὸ [[νεός]] Hdt.<br /><b class="num">II.</b> to [[leap]] up from, [[rise]] from, καπνὸν ἀποθρώσκοντα γαίης Od.:—absol. to [[rise]] [[sheer]] up, of rocks, Hes. | |||
}} | }} |
Latest revision as of 11:45, 3 March 2024
German (Pape)
[Seite 303] (s. θρώσκω, 1) herabspringen, νηός Il. 2, 702. 16, 748; ἀπὸ λέκτροιο θοροῦσα Od. 23, 32; ἀπ' ἵππου Her. 3, 129; ἀποθορόντες ἀπ' ἵππων 1, 80. – 2) abspringen, weggeschnellt werden, Iliad. 16, 773 ἰοί τε πτερόεντες ἀπὸ νευρῆφιθορόντες, 15, 314 ἀπὸ νευρῆφι δ' ὀιστοὶ θρῶσκον. – 3) von etwas emporsteigen, vom Rauch, Od. 1, 58; vom jähen Felsen, Hes. Sc. 375.
English (Autenrieth)
only pres. part.: leap from; νηός, Il. 2.702, Il. 16.748; καπνός, ‘up,’ Od. 1.58.
Greek Monolingual
ἀποθρῴσκω (Α)
1. πηδώ έξω από πλοίο («...νηός, ἀπὸ νηός»), κάτω από άλογο («...ἀπὸ τῶν ἵππων»)
2. εκτινάσσομαι από τη νευρά του τόξου (για βέλος)
3. βγαίνω, ξεπροβάλλω («καὶ καπνὸν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι ἧς γαίης»)
4. (για βράχο) αποσπώμαι και κατρακυλώ.
Middle Liddell
I. to leap off from, νηός Il.; ἀφ' ἵππου, ἀπὸ νεός Hdt.
II. to leap up from, rise from, καπνὸν ἀποθρώσκοντα γαίης Od.:—absol. to rise sheer up, of rocks, Hes.