Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καπνός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: καπνός Medium diacritics: καπνός Low diacritics: καπνός Capitals: ΚΑΠΝΟΣ
Transliteration A: kapnós Transliteration B: kapnos Transliteration C: kapnos Beta Code: kapno/s

English (LSJ)

ὁ,

   A smoke, Il.1.317, etc.; κνισάεντι καπνῷ Pi.I.4(3).66; καπνῷ πυρός A.Ag.497; spray, καπνοῦ καὶ κύματος ἐκτὸς ἔεργε νῆα Od. 12.219 (hence metaph., Porph.Abst.1.47): prov., καπνοῦ σκιά, of things worth nothing, A.Fr.399, S.Ph.946; τἄλλ' ἐγὼ καπνοῦ σκιᾶς οὐκ ἂν πριαίμην Id.Ant.1170; also περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν Ar.Nu. 320; κ. καὶ φλυαρία Pl.R.581d: and in pl., γραμμάτων καπνοί learned trifles, E.Hipp.954; καπνοὺς… καὶ σκιάς Eup.51; nickname of a man, Id.122: metaph. also of envy, ὕδωρ καπνῷ φέρειν to throw water on the smoking embers, Pi.N.1.24: prov., ἐς αὐτὸ τὸ πῦρ ἐκ τοῦ καπνοῦ βιαζόμενος 'out of the frying-pan into the fire', Luc.Nec.4,al.    II fumitory, Fumaria officinalis, Anon.Lond.36.58, Dsc.4.109.

German (Pape)

[Seite 1323] ὁ, der Rauch, Dampf; κνίση δ' οὐρανὸν ἷκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῷ Il. 1, 317; ἱέμενος καὶ καπνὸν ἀποθρώσκοντα νοῆσαι ἧς γαίης Od. 1, 58; κνισσᾶς Pind. I. 3, 84, öfter; Tragg. u. in Prosa, auch übertr., καπνὸς μέλας γενοίμαν Aesch. Suppl. 760; καπνοῦ σκιά Soph. Phil. 934 Ant. 1155, was B. A. 48 durch οὐδέν erklärt wird; vgl. Eur. πολλῶν γραμμάτων τιμᾶν καπνούς, Hipp. 954; περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν Ar. Nubb. 329; καπνὸν καὶ φλυαρίαν ἡγεῖται Plat. Rep. IX, 581 d, wie auch wir sagen: blauer Dunst.

Greek (Liddell-Scott)

καπνός: ὁ, (ἴδε ἐν τέλ.) ὡς καὶ νῦν, Ὅμ., κλ.· κνισᾶντι καπνῷ Πινδ. Ι. 4. 113 (3. 84), πρβλ. Ἰλ. Α. 315· καπνῷ πυρὸς Αἰσχύλ. Ἀγ. 497· παροιμ. καπνοῦ σκιὰ, ἐπὶ μηδαμινῶν καὶ ἀναξίων λόγου πραγμάτων, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 295, Σοφ. Φιλ. 946. τἆλλ’ ἐγὼ καπνοῦ σκιᾶς οὐκ ἄν πριαίμην ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 1170· ὡσαύτως περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν Ἀριστοφ. Νεφ. 320· καπνὸς καὶ φλυαρία Πλάτ. Πολ. 581D· καὶ ἐν τῷ πληθ., βάκχευε, πολλῶν γραμμάτων τιμῶν καπνοὺς, τιμῶν τὰς μωρίας τῶν πολλῶν γραμμάτων, Εὐριπ. Ἱππ. 954· καπνοὺς.. καὶ σκιὰς Εὔπολις ἐν «Αὐτολ.» 14· - μεταφ., λέλογχε δὲ μεμφομένοις ἐσλοὺς ὕδωρ καπνῷ φέρειν, ἐπέτυχε δὲ νὰ εὕρῃ εἰλικρινεῖς καὶ ἀγαθοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες νὰ χύσωσιν ὕδωρ ἐπὶ τοῦ καπνίζοντος πυρὸς τῶν φθονερῶν, Πινδ. 1. 35, πρβλ. Πλουτ. Ἀποσπ. 23. 2. (Ἐκ τῆς √KVAP, ὡς φαίνεται ἐν τῷ Λιθ. kvap-as (ἀτμός), kvep-iu (φυσῶ), κτλ., ἀλλὰ τὸ υ ἐπώλετο ἐν τοῖς κάπος, καπύω, κεκαφηώς, καπνός, καὶ Σανσκρ. kapis (οὕτω)· ἐνῷ ἐν τῇ Λατ. τὸ k ἐξαφανίζεται, vapor, vapidus κτλ.).

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
vapeur, fumée ; fig. καπνοῦ σκιά SOPH une ombre de fumée ; au plur. γραμμάτων καπνοί EUR savantes niaiseries.
Étymologie: p. *κϜαπνός de la R. ΚϜαπ, fumer, cf. vapor.

English (Autenrieth)

smoke; in Od. 12.202 of a cloud of spray from violently agitated water.

English (Slater)

καπνός (-ός, -οῦ, -ῷ, -όν.)
   1 smoke ἦν νιν (= Τροίαν) πεπρωμένον λάβρον ἀμπνεῦσαι κᾰπνόν (O. 8.36) ποταμοὶ δ' ἁμέραισιν μὲν προχέοντι ῥόον καπνοῦ αἴθων (P. 1.22) λευκανθέα σώμασι πίαναν κᾰπνόν i. e. from burning pyres (N. 9.23) φλὸξ αἰθέρα κνισάεντι λακτίζοισα καπνῷ (I. 4.66) †ἔστι δέ τοι χέκων κακίει καπνός (ἔτι δὲ τειχέων coni. Heyne, Boeckh) fr. 185. met., λέλογχε δὲ μεμφομένοις ἐσλοὺς ὕδωρ καπνῷ φέρειν ἀντίον (“Neid”. Fränkel, D & P 525̆{39}, Radt, Mnem., 1966, 155) (N. 1.24)

Spanish

humo

English (Strong)

of uncertain affinity; smoke: smoke.

English (Thayer)

καπνοῦ, ὁ (fr Homer down), smoke: ἀτμίς καπνοῦ, A. V. vapor of smoke, Joel 3:3>).

Greek Monolingual

ὁ (AM καπνός)
μίγμα αέριων προϊόντων καύσης διάφορων ουσιών, με αιωρούμενα στερεά σωματίδια (α. «στον αέρα ανακατώνονται οι σπιθοθόλοι καπνοί», Σολωμ.
β. «σημανεῑ καπνῷ πυρός», Αισχύλ.)
νεοελλ.
1. κοινή ονομασία ειδών του γένους φυτών Νικοτιανή, καθώς και τών φύλλων τους, τα οποία μετά από κατάλληλη επεξεργασία χρησιμοποιούνται για κάπνισμα, μάσημα, εισπνοές από τη μύτη και για την εξαγωγή νικοτίνης
2. (στον πληθ. ως ουδ.) τα καπνά
το ομώνυμο φυτό
3. φρ. α) «όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά» — κάθε φήμη έχει τη βάση της
β) «κάθε ξύλο έχει τον καπνό του» — καθένας έχει τις ιδιοτροπίες του
γ) «έγινε καπνός» — εξαφανίστηκε
δ) «του ανέβηκαν οι καπνοί στο κεφάλι» — εξοργίστηκε, έγινε έξω φρενών
ε) «τί καπνό φουμάρει» — τί είδους άνθρωπος είναι, ποιος είναι ο χαρακτήρας του και οι αντιλήψεις του
στ) «καπνοί της φαντασίας» — φαντασίες που διαλύονται κατά την πρώτη επαφή με την πραγματικότητα
μσν.
1. τίποτε, μηδέν
2. αναπνοή
3. απόπνοια
4. τζάκι, εστία
5. φόρος τών καπνοδόχων
6. ζαλάδα από κρασί
7. φαντασίωση
8. φρ. «γιὰ καπνό» — άσκοπα
αρχ.
1. ο αφρός που δημιουργείται στη θάλασσα από τα κύματα («τούτου μὲν καπνοῡ καὶ κύματος ἐκτὸς ἔεργε νῆα», Ομ. Οδ.)
2. ονομασία φυτού, καπνόχορτο
3. φρ. α) «γραμμάτων καπνοί» — οι μικρολεπτομέρειες
β. «λέλογχε δὲ μεμφομένοις ἐσθλοὺς ὕδωρ καπνῷ φέρειν» — πέτυχε δε να βρει ειλικρινείς ανθρώπους οι οποίοι να χύσουν νερό στη φωτιά τών φθονερών
β) παροιμ. «καπνοῡ σκιά» ή «περὶ καπνοῡ στενολεσχεῑν» — για μηδαμινά και ασήμαντα πράγματα
β) «ἐς αὐτὸ τὸ πῡρ ἐκ τοῦ καπνοῡ βιαζόμενος» — γι' αυτούς που πέφτουν από ένα κακό σε άλλο χειρότερο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. καπνός < κFαπνός, με αντιπροσώπευση του κF- (kw-) ως κ- αντί π- ανομοιωτικά (δηλ. κFαπνός> παπνός > καπνός). Η λ. ανάγεται σε IE kwēp- «καπνίζω, κοχλάζω, βράζω» και συνδέεται με λιθουαν. kvapas «πνοή, ανάσα», kvėpiu, kvėpti «λαχανιάζω, αναπνέω», με λεττον. kvepstu, kvept «καπνίζω, εισπνέω», ενώ η σύνδεση της με λατ. vapor «ατμός, καπνός» είναι αβέβαιη. Ο νεοελλ. τ. καπνά, τα αποτελεί άλλο τ. πληθ. του καπνός, με αλλαγή γένους (πρβλ. ο βράχος - τα βράχια, ο ναύλος - τα ναύλα).
ΠΑΡ. κάπνη, καπνιά(-ία), καπνίζω, καπνώδης
αρχ.
καπνείον, κάπνειος, καπνείω, καπνηλός, καπνιαίος, καπνίας, καπνίτης, καπνιώ, καπνούμαι, καπνωτήριον
μσν.
καπνερός, καπνηρός, κάπνιον
μσν.- νεοελλ.
καπνικός
νεοελλ.
καπνάς, καπνίλα, καπνούρα.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) καπνέλαιο, καπνοδόκη, καπνοδοχείο, καπνοδόχη, καπνοδόχος, καπνοειδής, καπνομάντης
αρχ.
καπναύγης, καπνογόργιον, καπνοποιός, καπνοσφράντης, καπνοτόκειος, καπνούχος
μσν.
καπνολογώ, καπνόρρους
νεοελλ.
καπναγωγός, καπναποθήκη, κάπναυλος, καπνέμπορος, καπνεργάτης, καπνεργοστάσιο, καπνόβεργες, καπνοβιομήχανος, καπνοβόρος, καπνογόνος, καπνοθάλαμος, καπνοθήκη, καπνοθυλάκιο, καπνοκαλλιέργεια, καπνοκαύστης, καπνοκοπτήριο, καπνοκοπτικός, καπνολόγος, καπνομαντεία, καπνοπαραγωγή, καπνοπαραγωγός, καπνοπρατήριο, καπνοπώλης, καπνοσακούλα, καπνοσπορέλαιο, καπνοσύριγγα, καπνόσφαιρα, καπνοσωλήνας, καπνότοπος, καπνοφόρος, καπνοφράκτης, καπνόφυλλο, καπνοφυτεία, καπνόχορτο. (Β' συνθετικό) άκαπνος
αρχ.
δύσκαπνος, πισσόκαπνος, πολύκαπνος.

Greek Monotonic

καπνός: ὁ, καπνός, σε Όμηρ. κ.λπ.· παροιμ., καπνοῦ σκιά, σκιά καπνού, λέγεται για πράγματα ανάξια λόγου, σε Σοφ.· περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν, υπεκφεύγω, στρεψοδικώ, στρίβω την κουβέντα, ψιλολογώ, σε Αριστοφ.· γραμμάτων καπνοί, ευφυολογήματα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

καπνός:
1) дым (ἐκ χλωρῶν ξύλων Arst.; τῶν θυμιαμάτων NT): σημαίνειν καπνῷ πυρός Aesch. давать сигнал дымом от костра;
2) перен. (усил. καπνοῦ σκιά Aesch., Soph.) дым, бесплотный призрак, ничто: κ. καὶ φλυαρία Plat. пустая болтовня; περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν Arph. препираться о пустяках; γραμμάτων καπνοί Eur. призрачная ученость, ложная наука.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καπνός -οῦ, ὁ rook; damp, nevel:; ἀμφὶ καπνὸς γίγνεται ἐξ αὐτῆς uit de (bron) komt overal damp Il. 22.149; spreekw.:; ἐς αὐτὸ τὸ πῦρ ἐκ τοῦ καπνοῦ vanuit de rook het vuur in, d.w.z. van kwaad tot erger Luc. 38.4; overdr. iets vluchtigs, iets onbetekenends:. καπνοῦ σκιᾶς οὐκ ἂν πριαίμην ik zou het nog niet voor de schaduw van rook willen kopen Soph. Ant. 1170; γραμμάτων τιμῶν καπνούς met respect voor de pufjes (holle frases) van geschriften Eur. Hipp. 954; καπνὸν καὶ φλυαρία vluchtig geklets Plat. Resp. 581d.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: smoke, steam (Il.).
Dialectal forms: Myc. ka-pi-ni-ja.
Compounds: Compp., e. g. καπνο-δόκη `flue (of a chimney (IA.), δύσ-καπνος `with an unpleasant smoke' (A., Thphr.).
Derivatives: Subst. 1. κάπνη (Com.), short form of καπνοδόκη; also = καπνιαῖος λίθος (PHolm.; s. below); 2. καπνία for κάπνη (Moer. 292, Gloss.; cf. Scheller Oxytonierung 56); 3. καπνίας m. name a) of a wine, that got a special taste from smoke (Com.), b) a kind of jasper, = καπνίτης, from the colour (Dsc., Plin.), c) of the poet Ekphantides (Ar. V. 151; `διὰ τὸ μηδεν λαμπρὸν γράφειν' H.). 4. καπνίτης m. name of a stone, from the colour (Alex. Trall.; Redard Les noms grecs en -της 55), καπνῖτις f. plant name, fumitory, Fumaria officinalis, from the smoke-coloured leaves (Ps.-Dsc.), also called κάπνιος and καπνός (Strömberg Pflanzennamen 27, Redard 72). - Adject. 5. κάπνε(ι)ος (sc. ἄμπελος) f. vine with smoke-coloured grapes (Arist., Thphr., pap.); 6. καπνώδης smokey, smoke-coloured (Arist., Thphr., Plb.); 7. καπνηλός `smoke-like (Nic. Th. 54); 8. καπνιαῖος λίθος `smoke-coloured quarz (PHolm.). - Denomin. verbs. 1. καπνίζω, aor. καπνίσ(σ)αι, also with prefix, ἀπο-, περι-, ὑπο-, smoke, make smoke, be smoke-coloured (Il.) with κάπνισις exposure to smoke (Arist.), κάπνισμα `incense (AP), καπνιστήριον steam-bath? (Priene); 2. καπνόομαι vanish into smoke (Pi., E.); 3. καπνιάω smoke a bee-hive' (A. R. 2, 131), after θυμιάω; 4. καπνείω let vanish into smoke, burn (Nic. Th. 36). - Beside καπνός there is an aorist ἀπὸ (δε ψυχην) ἐκάπυσσεν breathe forth (Χ 467; κάπυσσεν Q. S. 6, 523), with the present καπύσσων ἐκπνέων H.; the supposed basis seems preserved in κάπυς πνεῦμα H. (also κάπος ψυχή, πνεῦμα). Uncertain is the gloss, given in the wrong place, καπυκτά πνέοντα H.; connected with καπύσσων?, cf ἀλύω (s.v.) with ἀλύσσω s. The stem with υ- also in καπυρός dry etc., s. v.; uncertain is κέκηφε τέθνηκε H., κεκαφηότα (Hom.), s. v.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: An original *κϜαπ-νός (see Schwyzer 302; and s. below), but note that Myc. does not have a w, agrees with Lith. kvãpas breath, smell; beside it with ē-vowel kvėpiù,kvẽpti gasp, breathe, Latv. kvêpstu, kvêpt smoke, smell; καπνός a. cogn. then seem to go back on IE. ku̯ep-. An old question is whether Lat. vapor vapour, smoke with v- for expected qu- is cognate. On the other hand Russ. kópotь fine soot, dust etc. presents a u̯-less form, which cannot be explained from Slavic. Finally Germ., e. g. Goth. af-ƕapjan suffocate, extinguish, af-ƕapnan extinguish show a root-final p for f (b). "Man hat somit in den verschiedenen Sprachen mit zahlreichen, nicht unerwarteten Entgleisungen zu rechnen. (Frisk)" - More forms in Pok. 596f.; cf. W.-Hofmann s. vapor, Fraenkel Lit. et. Wb. s. kvẽpti, Vasmer Russ. et. Wb. s. kópotь. S. also Bq. - Schrijver (Laryng. in Latin, 260f.) assumed a laryngeal for Latvian, and posited *kuh₂ep-, a rare type that is perhaps impossible; also it is uncertain that this gave *κϜαπ-. IE origin, then, is improbable. *kap- is unprobelematic for Pre-Greek; an u-stem (κάπυς) is frequent in Pre-Greek (s. Heubeck, Praegraeca 31-39), as is a suffix n- after consonant (Beekes, Pre-Greek, Suffixes). The Baltic (and Slavic) forms, and Lat. vapor are unclear, and may come form a substr. language. (I do not assume *kʷap-, as this would give *κ(ϝ)οπ-, cf. ἄλοξ, καλαῦροψ.)

Middle Liddell

καπνός, οῦ,
smoke, Hom., etc.; proverb., καπνοῦ σκιά shadow of smoke, of things worth nothing, Soph.; περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν to quibble about smoke, Ar.; γραμμάτων καπνοί learned trifles, Eur.

Frisk Etymology German

καπνός: {kapnós}
Grammar: m.
Meaning: Rauch, Dampf, Dunst (seit Il.). Kompp., z. B. καπνοδόκη Rauchfang (ion. att.), δύσκαπνος ‘einen unangenehmen Rauch besitzend od. verursachend’ (A., Thphr. u. a.).
Derivative: Zahlreiche Ableitungen. Substantiva. 1. κάπνη (Kom.), Kurzform von καπνοδόκη nach den Nomina auf -νη; auch = καπνιαῖος λίθος (PHolm.; s. unten); 2. καπνία für κάπνη (Moer. 292, Gloss.; vgl. Scheller Oxytonierung 56), myk. ka-pi-ni-ja??; 3. καπνίας m. Ben. a) eines Weins, der durch Räucherung einen besonderen Geschmack erhalten hat (Kom.), b) einer Art Jaspis, = καπνίτης, nach der Farbe (Dsk., Plin.), c) des Dichters Ekphantides (Ar. V. 151; διὰ τὸ μηδὲν λαμπρὸν γράφειν H.). 4. καπνίτης m. N. eines Steins, nach der Farbe (Alex. Trall. u. a.; Redard Les noms grecs en -της 55), καπνῖτις f. Pflanzenname, Erdrauch, Fumaria officinalis, nach den rauchfarbigen Blättern (Ps.-Dsk.), auch κάπνιος und καπνός genannt (Strömberg Pflanzennamen 27, Redard 72). — Adjektiva. 5. κάπνε(ι)ος (sc. ἄμπελος) f. Weinrebe mit rauchfarbigen Trauben (Arist., Thphr., Pap.); 6. καπνώδης rauchig, rauchfarben (Arist., Thphr., Plb.); 7. καπνηλός rauchartig (Nik. Th. 54); 8. καπνιαῖος λίθος rauchfarbener Quarz (PHolm.). — Denominative Verba. 1. καπνίζω, Aor. καπνίσ(σ)αι, auch mit Präfix, ἀπο-, περι-, ὑπο-, Rauch machen, beräuchern, rauchfarben sein (seit Il.) mit κάπνισις Beräucherung (Arist.), κάπνισμα Weihrauch (AP), καπνιστήριον ‘Dampfbad?’ (Priene); 2. καπνόομαι in Rauch aufgehen (Pi., E.); 3. καπνιάω einen Bienenschwarm ausräuchern (A. R. 2, 131), nach θυμιάω; 4. καπνείω in Rauch aufgehen lassen, verbrennen (Nik. Th. 36). — Neben καπνός steht ein Aorist ἀπὸ (δὲ ψυχὴν) ἐκάπυσσεν hauchte aus (Χ 467; κάπυσσεν Q. S. 6, 523), wozu das Präsens καπύσσων· ἐκπνέων H.; das als Grundlage zu vermutende Nomen kann in κάπυς· πνεῦμα H. (auch κάπος· ψυχή, πνεῦμα) erhalten sein. Ganz unsicher ist das an falscher Stelle überlieferte καπυκτά· πνέοντα H.; Zusammenhang mit καπύσσων ist indessen nicht ausgeschlossen, vgl. zu ἀλύσσω s. ἀλύω. Derselbe mit dem ν-Suffix in καπνός alternierende υ-Stamm erscheint noch in καπυρός trocken, s. bes.; unsicher dagegen κέκηφε· τέθνηκε H., κεκαφηότα (Hom.), s. d.
Etymology : Ein ursprüngliches *κϝαπνός (zum Lautlichen Schwyzer 302; vgl. auch unten) stimmt hinsichtlich des Stammes zu lit. kvãpas ‘Hauch, Atem. Duft, Geruch’; daneben mit ē-Vokal kvėpiù, kvė̃pti keuchen, atmen, einhauchen, lett. kvêpstu, kvêpt qualmen, rauchen, duften; καπνός u. Verw. gehen somit auf idg. qu̯ep- zurück. Eine alte kaum zu entscheidende Streitfrage ist die Verwandtschaft von lat. vapor Dampf, Dunst mit v- für erwartetes qu-. Umgekehrt begegnet in russ. kópotь feiner Ruß, Staub u. Verw. eine -lose Form, die sich vom Slavischen aus nicht erklären läßt und auch zu καπνός in Beziehung stehen könnte. Endlich weist das Germ., z. B. got. af-ƕapjan ersticken, auslöschen, af-ƕapnan erlöschen ein wurzelauslautendes p für f (b) auf. Man hat somit in den verschiedenen Sprachen mit zahlreichen, nicht unerwarteten Entgleisungen zu rechnen. — Weitere Formen, teilweise von zweifelhafter Zugehörigkeit, mit reicher Lit. bei WP. 1, 379f., Pok. 596f.; dazu W.-Hofmann s. vapor, Fraenkel Lit. et. Wb. s. kvė̃pti, Vasmer Russ. et. Wb. s. kópotь. Ältere Lit. auch bei Bq.
Page 1,781-782

Chinese

原文音譯:kapnÒj 卡普挪士
詞類次數:名詞(13)
原文字根:燃燒 吹 相當於: (עָשָׁן‎)
字義溯源:煙^。這字大都用在啓示錄,一面說到那金壇香的煙,和信徒的祈禱一同升到神面前( 啓8:4);另一面也說到無底坑有煙往上冒( 啓9:2)
出現次數:總共(13);徒(1);啓(12)
譯字彙編
1) 煙(13) 徒2:19; 啓8:4; 啓9:2; 啓9:2; 啓9:2; 啓9:3; 啓9:17; 啓9:18; 啓14:11; 啓15:8; 啓18:9; 啓18:18; 啓19:3