χαρακόω: Difference between revisions

From LSJ

ἡ τῶν θεῶν ὑπ' ἀνθρώπων παραγωγή → deceit of gods by humans

Source
(4b)
m (Text replacement - "D.S." to "D.S.")
 
(20 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=charakoo
|Transliteration C=charakoo
|Beta Code=xarako/w
|Beta Code=xarako/w
|Definition=<span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">fence by a palisade, fortify</b>, Ἐλάτειαν <span class="bibl">Aeschin.3.140</span>; χ. καὶ ταφρεύειν πόλιν <span class="bibl">D.S.23.18</span>, cf. <span class="bibl">Plu.<span class="title">Cleom.</span>20</span>; metaph., χ. τὸν πλοῦτον <span class="bibl">Philostr.<span class="title">VA</span>7.23</span>: c. dat. modi, τὸ στόμα ὀδοῦσι Herm. ap. Stob.1.49.69; τὼ πόδε σκύτεσιν <span class="bibl">Max.Tyr.36.2</span>:—Pass., <b class="b3">ὄστρακον κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις</b>, of the echinus, <span class="bibl">Arist.<span class="title">PA</span>679b29</span>; metaph., μᾶζα κεχαρακωμένη ἀχύροις <span class="bibl">Antiph.226.1</span>: f.l. for [[ἐκαρώθη]] in <span class="bibl">Ant.Lib.12.4</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> abs., <b class="b3">χ. ἐπὶ Ἰερουσαλήμ</b> <b class="b2">raise a barricade</b> against it, <b class="b2">besiege</b> it, <span class="bibl">LXX<span class="title">Je.</span>39(32).2</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> <b class="b2">prop vines with stakes</b>, [<b class="b3">ἄμπελον</b>] <span class="bibl"><span class="title">PCair.Zen.</span>229</span> (iii B. C.), cf. <span class="title">Gp.</span>5.27.1; βλαστόν <span class="bibl"><span class="title">PSI</span>6.624.14</span> (iii B. C.).</span>
|Definition=<span class="bld">A</span> [[fence by a palisade]], [[fortify]], Ἐλάτειαν Aeschin.3.140; χ. καὶ ταφρεύειν πόλιν [[Diodorus Siculus|D.S.]]23.18, cf. Plu.''Cleom.''20; metaph., χ. τὸν πλοῦτον Philostr.''VA''7.23: c. dat. modi, τὸ στόμα ὀδοῦσι Herm. ap. Stob.1.49.69; τὼ πόδε σκύτεσιν Max.Tyr.36.2:—Pass., <b class="b3">ὄστρακον κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις</b>, of the [[echinus]], [[sea urchin]] [[Aristotle|Arist.]]''[[De Partibus Animalium|PA]]''679b29; metaph., μᾶζα κεχαρακωμένη ἀχύροις Antiph.226.1: [[falsa lectio|f.l.]] for [[ἐκαρώθη]] in Ant.Lib.12.4.<br><span class="bld">2</span> abs., χαρακόω ἐπὶ [[Ἰερουσαλήμ]] = [[raise a barricade]] against [[Jerusalem]], [[besiege]] [[Jerusalem]], [[LXX]] ''Je.''39(32).2.<br><span class="bld">II</span> [[prop vines with stakes]], ([[ἄμπελος|ἄμπελον]]) ''PCair.Zen.''229 (iii B. C.), cf. ''Gp.''5.27.1; βλαστόν ''PSI''6.624.14 (iii B. C.).
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-1335.png Seite 1335]] 1) pfählen, mit Pfählen versehen und stützen, z. B. ἄμπελον, Geopon. – 2) mit Pfählen umgeben und befestigen, verpallisadiren, Ἐλάτειαν Aesch. 3, 140; auch ἀχύροις κεχαρακωμένη [[μᾶζα]], Antiphan. bei Ath. II, 60 c; ἀκάνθαις Arist. partt. an. 4, 5.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-1335.png Seite 1335]] 1) pfählen, mit Pfählen versehen und stützen, z. B. ἄμπελον, Geopon. – 2) mit Pfählen umgeben und befestigen, verpallisadiren, Ἐλάτειαν Aesch. 3, 140; auch ἀχύροις κεχαρακωμένη [[μᾶζα]], Antiphan. bei Ath. II, 60 c; ἀκάνθαις Arist. partt. an. 4, 5.
}}
{{bailly
|btext=[[χαρακῶ]] :<br />entourer de pieux, palissader, acc..<br />'''Étymologie:''' [[χάραξ]].
}}
{{elru
|elrutext='''χᾰρᾰκόω:''' [[обносить частоколом]], [[огораживать]] (τὴν πόλιν χ. καὶ τειχίζειν Plut.; χ. καὶ ταφρεύειν Diod.): τὸ [[ὄστρακον]] κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις Arst. скорлупа (морского ежа), окруженная шипами.
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''χαρᾰκόω''': μέλλ. -ώσω, περιφράττω διὰ χαρακώματος, περιφράττω, ὀχυρώνω. Ἐλάτειαν καταλαβὼν ἐχαράκωσε καὶ φρουρὰν εἰσήγαγε Αἰσχίν. 73. 29· ἐχαράκουν καὶ ἐτάφρευον τὴν πόλιν Διοδ. Ἐκλογ. 505. 95, πρβλ. Πλουτ. Κλεομ. 20· μεταφορ., οὕτω μὲν χαρακώσαντες τὸν πλοῦτον, οὕτω δὲ ἀσφαλῶς τειχισάμενοι Φιλόστρ. 304· [[μετὰ]] δοτ. τρόπου, χ. ἀκάνθαις Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 5, 23· τὸ [[στόμα]] ὁδοῦσι Στοβ. Ἐκλογ. Ἠθ. 1086. - Παθ., κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις, ἐπὶ τοῦ ἐχίνου (ἀκανθοχοίρου), Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 5, 23· μεταφορ., [[μᾶζα]] κεχαρακωμένη ἀχύροις Ἀντιφάν. ἐν Ἀδήλ. 1· - παρὰ τῷ Ἀντων. Λιβ. 12, ὁ Xylander διώρθωσεν ἐκαρώθη (ἐναρκώθη) ἀντὶ ἐχαρακώθη. 2) ἀπολ., καὶ [[δύναμις]] βασιλέως Βαβυλῶνος ἐχαράκωσεν ἐπὶ Ἰερουσαλήμ, ἤγειρε χαρακώματα [[ἐναντίον]] αὐτῆς, ἐπολιόρκησεν αὐτήν, Ἑβδ. (Ἱερεμ. ΛΘ´, 2). ΙΙ. [[ὑποστηρίζω]] διὰ χαράκων, οἱ μὲν ταπεινότερον, οἱ δὲ ὑψηλότερον χαρακοῦσι τὰς ἀμπέλους Γεωπ. 5. 27, 1· χαρακῶν [[συκόμορον]] Θεοδοτ. Ἀμὼς Ζ´, 14.
|lstext='''χαρᾰκόω''': μέλλ. -ώσω, περιφράττω διὰ χαρακώματος, περιφράττω, ὀχυρώνω. Ἐλάτειαν καταλαβὼν ἐχαράκωσε καὶ φρουρὰν εἰσήγαγε Αἰσχίν. 73. 29· ἐχαράκουν καὶ ἐτάφρευον τὴν πόλιν Διοδ. Ἐκλογ. 505. 95, πρβλ. Πλουτ. Κλεομ. 20· μεταφορ., οὕτω μὲν χαρακώσαντες τὸν πλοῦτον, οὕτω δὲ ἀσφαλῶς τειχισάμενοι Φιλόστρ. 304· μετὰ δοτ. τρόπου, χ. ἀκάνθαις Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 5, 23· τὸ [[στόμα]] ὁδοῦσι Στοβ. Ἐκλογ. Ἠθ. 1086. - Παθ., κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις, ἐπὶ τοῦ ἐχίνου (ἀκανθοχοίρου), Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 5, 23· μεταφορ., [[μᾶζα]] κεχαρακωμένη ἀχύροις Ἀντιφάν. ἐν Ἀδήλ. 1· - παρὰ τῷ Ἀντων. Λιβ. 12, ὁ Xylander διώρθωσεν ἐκαρώθη (ἐναρκώθη) ἀντὶ ἐχαρακώθη. 2) ἀπολ., καὶ [[δύναμις]] βασιλέως Βαβυλῶνος ἐχαράκωσεν ἐπὶ Ἰερουσαλήμ, ἤγειρε χαρακώματα [[ἐναντίον]] αὐτῆς, ἐπολιόρκησεν αὐτήν, Ἑβδ. (Ἱερεμ. ΛΘ´, 2). ΙΙ. [[ὑποστηρίζω]] διὰ χαράκων, οἱ μὲν ταπεινότερον, οἱ δὲ ὑψηλότερον χαρακοῦσι τὰς ἀμπέλους Γεωπ. 5. 27, 1· χαρακῶν [[συκόμορον]] Θεοδοτ. Ἀμὼς Ζ´, 14.
}}
{{bailly
|btext=-ῶ :<br />entourer de pieux, palissader, acc..<br />'''Étymologie:''' [[χάραξ]].
}}
}}
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''χᾰρᾰκόω:''' μέλ. <i>-ώσω</i>, [[φράσσω]] με πασσάλους, [[οχυρώνω]], σε Αισχίν., Πλούτ.
|lsmtext='''χᾰρᾰκόω:''' μέλ. <i>-ώσω</i>, [[φράσσω]] με πασσάλους, [[οχυρώνω]], σε Αισχίν., Πλούτ.
}}
}}
{{elru
{{mdlsj
|elrutext='''χᾰρᾰκόω:''' обносить частоколом, огораживать (τὴν πόλιν χ. καὶ τειχίζειν Plut.; χ. καὶ ταφρεύειν Diod.): τὸ [[ὄστρακον]] κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις Arst. скорлупа (морского ежа), окруженная шипами.
|mdlsjtxt=to [[fence]] by a [[palisade]], [[fortify]], Aeschin., Plut.
}}
}}

Latest revision as of 07:48, 27 March 2024

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χᾰρᾰκόω Medium diacritics: χαρακόω Low diacritics: χαρακόω Capitals: ΧΑΡΑΚΟΩ
Transliteration A: charakóō Transliteration B: charakoō Transliteration C: charakoo Beta Code: xarako/w

English (LSJ)

A fence by a palisade, fortify, Ἐλάτειαν Aeschin.3.140; χ. καὶ ταφρεύειν πόλιν D.S.23.18, cf. Plu.Cleom.20; metaph., χ. τὸν πλοῦτον Philostr.VA7.23: c. dat. modi, τὸ στόμα ὀδοῦσι Herm. ap. Stob.1.49.69; τὼ πόδε σκύτεσιν Max.Tyr.36.2:—Pass., ὄστρακον κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις, of the echinus, sea urchin Arist.PA679b29; metaph., μᾶζα κεχαρακωμένη ἀχύροις Antiph.226.1: f.l. for ἐκαρώθη in Ant.Lib.12.4.
2 abs., χαρακόω ἐπὶ Ἰερουσαλήμ = raise a barricade against Jerusalem, besiege Jerusalem, LXX Je.39(32).2.
II prop vines with stakes, (ἄμπελον) PCair.Zen.229 (iii B. C.), cf. Gp.5.27.1; βλαστόν PSI6.624.14 (iii B. C.).

German (Pape)

[Seite 1335] 1) pfählen, mit Pfählen versehen und stützen, z. B. ἄμπελον, Geopon. – 2) mit Pfählen umgeben und befestigen, verpallisadiren, Ἐλάτειαν Aesch. 3, 140; auch ἀχύροις κεχαρακωμένη μᾶζα, Antiphan. bei Ath. II, 60 c; ἀκάνθαις Arist. partt. an. 4, 5.

French (Bailly abrégé)

χαρακῶ :
entourer de pieux, palissader, acc..
Étymologie: χάραξ.

Russian (Dvoretsky)

χᾰρᾰκόω: обносить частоколом, огораживать (τὴν πόλιν χ. καὶ τειχίζειν Plut.; χ. καὶ ταφρεύειν Diod.): τὸ ὄστρακον κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις Arst. скорлупа (морского ежа), окруженная шипами.

Greek (Liddell-Scott)

χαρᾰκόω: μέλλ. -ώσω, περιφράττω διὰ χαρακώματος, περιφράττω, ὀχυρώνω. Ἐλάτειαν καταλαβὼν ἐχαράκωσε καὶ φρουρὰν εἰσήγαγε Αἰσχίν. 73. 29· ἐχαράκουν καὶ ἐτάφρευον τὴν πόλιν Διοδ. Ἐκλογ. 505. 95, πρβλ. Πλουτ. Κλεομ. 20· μεταφορ., οὕτω μὲν χαρακώσαντες τὸν πλοῦτον, οὕτω δὲ ἀσφαλῶς τειχισάμενοι Φιλόστρ. 304· μετὰ δοτ. τρόπου, χ. ἀκάνθαις Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 5, 23· τὸ στόμα ὁδοῦσι Στοβ. Ἐκλογ. Ἠθ. 1086. - Παθ., κεχαρακωμένον ταῖς ἀκάνθαις, ἐπὶ τοῦ ἐχίνου (ἀκανθοχοίρου), Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 5, 23· μεταφορ., μᾶζα κεχαρακωμένη ἀχύροις Ἀντιφάν. ἐν Ἀδήλ. 1· - παρὰ τῷ Ἀντων. Λιβ. 12, ὁ Xylander διώρθωσεν ἐκαρώθη (ἐναρκώθη) ἀντὶ ἐχαρακώθη. 2) ἀπολ., καὶ δύναμις βασιλέως Βαβυλῶνος ἐχαράκωσεν ἐπὶ Ἰερουσαλήμ, ἤγειρε χαρακώματα ἐναντίον αὐτῆς, ἐπολιόρκησεν αὐτήν, Ἑβδ. (Ἱερεμ. ΛΘ´, 2). ΙΙ. ὑποστηρίζω διὰ χαράκων, οἱ μὲν ταπεινότερον, οἱ δὲ ὑψηλότερον χαρακοῦσι τὰς ἀμπέλους Γεωπ. 5. 27, 1· χαρακῶν συκόμορον Θεοδοτ. Ἀμὼς Ζ´, 14.

Greek Monotonic

χᾰρᾰκόω: μέλ. -ώσω, φράσσω με πασσάλους, οχυρώνω, σε Αισχίν., Πλούτ.

Middle Liddell

to fence by a palisade, fortify, Aeschin., Plut.