καρφαλέος: Difference between revisions
στάζει γὰρ αὖ μοι φοίνιον τόδ᾽ἐκ βυθοῦ κηκῖον αἷμα → blood oozing from the deep wound, bloody gore drops oozing from the depths of my wound
(Autenrieth) |
(19) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{Autenrieth | {{Autenrieth | ||
|auten=[[dry]]; of [[sound]] (cf. [[αὖον]]), Il. 13.409. (Il. and Od. 5.369.) | |auten=[[dry]]; of [[sound]] (cf. [[αὖον]]), Il. 13.409. (Il. and Od. 5.369.) | ||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=[[καρφαλέος]], -α, -ον (Α)<br /><b>1.</b> πολύ [[ξερός]], [[κατάξερος]] (α. «ὡς δ' [[ἄνεμος]]... [[ἠΐων]] θημῶνα τινάξῃ καρφαλέων», <b>Ομ. Οδ.</b><br />β. «καρφαλέον δὲ οἱ [[ἀσπίς]]... ἄϋσεν» — η [[ασπίδα]] του έβγαλε [[ξερό]], δηλ. οξύ ήχο, <b>Ομ. Ιλ.</b>)<br /><b>2.</b> αυτός που ξεραίνει [[κάτι]] («καρφαλέον πῡρ», <b>Νίκ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[κάρφω]] <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>αλέος</i> (<b>[[πρβλ]].</b> <i>αρπα</i>-[[λέος]], <i>οκν</i>-<i>αλέος</i>). Η λ. χρησιμοποιείται ως [[άλλος]] τ. του επιθ. [[καρχαλέος]]]. | |||
}} | }} |
Revision as of 06:38, 29 September 2017
English (LSJ)
α, ον, (κάρφω)
A dry, parched, ὡς ἄνεμος ἠΐων θημῶνα τινάξῃ καρφαλέων Od.5.369; δέρμα Hp.Aph.5.71, Prog.2, Gal.10.674; ἀστάχυες, ἄρουρα, AP9.384.14, Orph.L.269; κ. δίψει AP9.272 (Bianor), 7.536 (Alc.); of sound, καρφαλέον δέ οἱ ἀσπὶς . . ἄϋσεν the shield rang dry, i.e. sharply, Il.13.40 II Act., drying, parching, πῦρ v.l. for καρχ- (q. v.), Nic.Th.691.
German (Pape)
[Seite 1331] (κάρφω), trocken, dürr; ὡς δ' ἄνεμος ἠΐων θημῶνα τινάξῃ καρφαλέων Od. 5, 368; ἀστάχυες Mens. Rom. 14 (IX, 384); vor Durst erschöpft, durstig, δίψῃ καρφαλέοι, κεκονιμένοι ἐκ πεδίοιο φεῦγον Il. 21, 541, alte v. l., wo jetzt καρχαλέοι steht; δίψει Bian. 4 (IX, 272); φάρυγξ δ. καρφ. Alc. Mess. 18 (VII, 536); vom Schalle, καρφαλέον δέ οἱ ἀσπὶς ἐπιθρέξαντος ἄϋσεν ἔγχεος, dürr, heiser erklang der Schild, Il. 13, 409. Bei Nic. Th. 691 heißt das Feuer so, ausdörrend, brennend.
Greek (Liddell-Scott)
καρφᾰλέος: -α, -ον, (κάρφω) ξηρός, κατάξηρος, ὡς δ’ ἄνεμος ζαὴς ἠΐων θημῶνα τινάξῃ καρφαλέων Ὀδ. Ε. 369 (πρβλ. καρχαλέος)· δέρμα Ἱππ. Ἀφ. 1256, Προγν. 36· ἀστάχυες, ἄρουρα Ἀνθ. Π. 9. 384, 14, Ὀρφ. Λιθ. 266· καρφ. δίψῃ Ἀνθ. Π. 9. 272· -ἐπὶ ἤχου, καρφαλέον δὲ οἱ ἀσπὶς… ἄϋσε, ἡ ἀσπὶς ἐξέβαλε ξηρὸν ἦχον (ὡς κοῖλον πρᾶγμα), Ἰλ. Ν. 409. ΙΙ. ἐνεργ., ξηραίνων, καταξηραίνων, πῦρ Νικ. Θηρ. 691.
French (Bailly abrégé)
α, ον :
sec, aride, altéré ; fig. en parl. du son sec, dur.
Étymologie: κάρφω.
English (Autenrieth)
dry; of sound (cf. αὖον), Il. 13.409. (Il. and Od. 5.369.)
Greek Monolingual
καρφαλέος, -α, -ον (Α)
1. πολύ ξερός, κατάξερος (α. «ὡς δ' ἄνεμος... ἠΐων θημῶνα τινάξῃ καρφαλέων», Ομ. Οδ.
β. «καρφαλέον δὲ οἱ ἀσπίς... ἄϋσεν» — η ασπίδα του έβγαλε ξερό, δηλ. οξύ ήχο, Ομ. Ιλ.)
2. αυτός που ξεραίνει κάτι («καρφαλέον πῡρ», Νίκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κάρφω + κατάλ. -αλέος (πρβλ. αρπα-λέος, οκν-αλέος). Η λ. χρησιμοποιείται ως άλλος τ. του επιθ. καρχαλέος].