Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φάρυγξ

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: φάρυγξ Medium diacritics: φάρυγξ Low diacritics: φάρυγξ Capitals: ΦΑΡΥΓΞ
Transliteration A: phárynx Transliteration B: pharynx Transliteration C: farygks Beta Code: fa/rugc

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ, less freq. ὁ (v. sub fin.), also φάρυξ Ar.Ra.259 (lyr.), 571; gen. φάρῠγος (always in Hom., Trag. and Com. (exc.

   A φάρυγγος E.Cyc.356 (lyr.)), as ib.410,592, Cratin.186,257 (troch.), Telecl.1.12 (anap.), Ar.Fr.614), later φάρυγγος Nic.Al.363: (φάρος):—throat, φάρυγος δ' ἐξέσσυτο οἶνος Od.9.373; φάρυγος λάβε δεξιτερῆφιν 19.480; ὁ φ. εὐτρεπὴς ἔστω, for dinner, E.Cyc.215, cf. ll.cc.; ὦ μιαρὰ φ., of a glutton, Ar.Ra.571; ηὔξατό τις ὀψοφάγος ὢν τὸν φ. αὑτῷ μακρότερον γεράνου γενέσθαι Arist.EN1118a33: of singing, κεκραξόμεσθά γ' ὁπόσον ἡ φ. ἂν ἡμῶν χανδάνῃ Ar.Ra.259 (lyr.), cf. Hp.Carn. 16, 18, Acut.59, al.—Used of the windpipe by Arist.PA664a16, 665a10, cf. de An.421a4, Gal.6.176; opp. παρίσθμια and λάρυγξ, ib.674, cf. 15.789,792, Aret.CA1.9; τὴν φ. κέρχνειν Diocl.Fr.147; of the oesophagus by EM557.17; of the pharynx by Hp.Prog.23 (cf. Gal.18(2).264), Poll.2.207; both of pharynx and windpipe by Gal.UP8.1.    II dewlap of a bull. Hld.2.1.    III pl., of diseases of the throat, Hp.Aph.3.5.—The gender is indeterm. in Hom.: fem., in Att., Phryn.46, cf. Cratin.and Ar.ll.cc., Pherecr.69, Th.2.49, Call.(?) Fr.331 (cf. Fr.51 P.); masc. in Epich.21, Telecl.1.12, E.Cyc.215, etc.: both genders in Hp., Arist., etc., and later writers (ἡ Aristid. Or.48(24).57, Ael.NA1.30, Paus.8.37.8, ὁ Plu.2.698f, Luc.Asin.38).

German (Pape)

[Seite 1257] ἡ, seltener ὁ, wie bei Epicharm. u. auch Arist., vgl. Lob. Phryn. 85, gen. φάρυγος, Sp. φάρυγγος, unattisch, vgl. Hdn. b. Eust. zur Od. 1635, 24 u. E. M. 788, 34, – 1) der Schlund, Anfang der Speiseröhre; φάρυγος δ' ἐξέσσυτο οἶνος Od. 9, 373; Eur. Cycl. 214 u. öfter; Ar. Ran. 258; Cratin. b. Suid. v. μαρίλη; – übh. die Kehle, die Gurgel, der Hals, φάρυγος λάβε Od. 19, 480; vgl. bes. Arist. partt. an. 3, 3; Theocr. 24, 28; – die Wamme des Stieres, Heliod. 3, 1. – 2) übertr. = φάραγξ, Schlund, Schlucht, Kluft, Sp. öfters.

Greek (Liddell-Scott)

φάρυγξ: [ᾰ], ἡ, σπανιώτερον ὁ (ἴδε ἐν τέλει), γεν. φάρῠγος (ὡς ἀείποτε παρ’ Ὁμήρ. καὶ τοῖς δοκίμοις τῶν Ἀττ., Herm. εἰς Εὐρ. Κύκλ. 355· δωδεκάκρουνον τὸ στόμα, Ἰλισὸς ἐν τῇ φάρυγι Κρατῖν. ἐν «Πυτίνῃ» 7, ὁ αὐτ. ἐν «Ὥραις» 9, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 515), μεταγεν. φάρυγγος παρὰ Νικ. ἐν Ἀλεξιφ. 363· (φάρος). Ὁ λαιμός, ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, φάρυγος δ’ ἐξέσσυτο οἶνος Ὀδ. Ι. 373· φάρυγος λάβε δεξιτερῇφιν Τ. 480· ὁ φάρυγξ εὐτρεπὴς ἔστω, πρὸς τὸ δεῖπνον ἕτοιμος, Εὐρ. Κύκλ. 215, πρβλ. 356, 410, 592· ὦ μιαρὰ φ., ἐπὶ λαιμάργου ἀνθρώπου, Ἀριστοφ. Βάτρ. 571· ὡσαύτως ἐπὶ κραυγῆς, κεκραξόμεσθά γ’ ὁπόσον ἡ φ. ἂν ἡμῶν χανδάνῃ αὐτόθι 259, κλπ. ― Ὡς τεχνικὸς ὅρος δηλοῖ τὸ κοινὸν ἄνοιγμα τοῦ οἰσοφάγου καὶ τοῦ λάρυγγος (κατὰ τὸν Γαληνόν, ἡ χώρα εἰς ἣν ἀνήκει τό τε τοῦ στομάχου καὶ τὸ τοῦ λάρυγγος πέρας· κατὰ δὲ τὸν Θεόφιλον, ὁ φ., ἡ ἐντὸς τοῦ στόματος εὐρυχωρία, εἰς ἣν κρέμαται ἡ σταφυλή), Λατ. fauces, Ἱππ. Προγν. 44. κλπ.· ἐν ᾧ ὁ Ἀριστ. καλεῖ οὕτω τὸν ἀναπνευστικὸν σωλῆνα (λάρυγξ, ἀρτηρία) κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν οἰσοφάγον, περὶ Ζῴων Μορ. 3. 3, 1 καὶ 5, πρβλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 10. 5, 12, περὶ Ψυχ. 2. 8, 17, Ἀριστοφ. Βάτρ. 571· καὶ ἕτεροι λαμβάνουσιν αὐτὸ ὡς = τῷ οἰσοφάγος, ἐναντίον τῷ λάρυγξ, Ἐτυμ. Μέγ. 557. 17, Πολυδ. Β΄, 207· πρβλ. Foës. Oecon., Greenhill εἰς Θεόφιλ. 293. ΙΙ. τὸ λωγάνιον ἢ ἡ λαμυρὶς (τὸ ὑπὸ τὸν λαιμὸν τοῦ βοὸς κρεμάμενον δέρμα), Λατιν. patearia, Ἡλιόδ. 3. 1. ΙΙΙ. φάρυγγες φαίνεται ὅτι καλοῦνται νοσήματα τοῦ φάρυγγος, Ἱπποκρ. Ἀφορ. 1. 47. ― Τὸ γένος εἶναι ἄδηλον παρ’ Ὁμήρῳ· οἱ ἄριστοι τῶν Ἀττ. προτιμῶσι τὸ θηλ., ἴδε ἀνωτ., καὶ πρβλ. Κρατῖνον καὶ Ἀριστοφ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ξηρὰν ἔχουσα τὴν φάρυγα Φερεκράτης ἐν «Κοριανιοῖ» 3. Θουκ. 2. 49· ἀλλ’ ἀρσ. ἔν τινι χωρίῳ τοῦ Ἐπιχάρμου παρ’ Ἀθην. 411Β· ὀπταὶ δὲ κίχλαι... εἰς τὸν φάρυγ’ εἰσ πέτοντο Τηλεκλείδης ἐν «Ἀμφικτύοσι» 1. 12, Εὐρ. Κύκλ. 215, κλπ.· ― παρ’ Ἱππ., Ἀριστ. καὶ ἑτέροις ἀεὶ ποικίλλει τὸ γένος· ἴδε Θωμᾶ. Μάγιστρ. σ. 570, Φρύν. 65.

French (Bailly abrégé)

υγγος, att. υγος (ὁ, ἡ)
gosier.
Étymologie: R. Φαρ, broyer.

English (Autenrieth)

gen. φάρυγος: throat. (Od.)

Greek Monolingual

-υγος και -υγγος, ὁ, ΜΑ
βλ. φάρυγγας.

Greek Monotonic

φάρυγξ: [ᾰ], ἡ, σπανιότερα, ὁ, γεν. φάρῠγος· λαιμός, οισοφάγος, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

φάρυγξ: υγγος и ῠγος (ᾰ) ὁ и ἡ горло, глотка Hom., Eur., Arph., Arst., Theocr., etc.

Middle Liddell

the throat, gullet, Od., Eur., etc.

Frisk Etymology German

φάρυγξ: {phárugks}
Forms: auch -υξ, Gen. -υγος, -υγγος, Akk. -υγγα
Grammar: f. m.
Meaning: Schlund, Kehle, Kehlkopf, Luftröhre (seit Od.; zur Bed. Strömberg Wortstud. 57ff.), auch Halskrankheit (Hp.).
Composita : Einzelne Kompp., z.B. φαρυγγοτομία f. Luftröhrenschnitt (sp. Mediz.), μακροφάρυ(γ)ξ langhalsig, "Langhals" (AP).
Derivative: Davon φαρύγ(γ)εθρον (Mediz., Poll.), -ύγαθρον (H.) ib., nach dem synonymen βέρεθρον, βάραθρον; -υγ(γ)ίνδην schlundartig (Kom.Adesp., Lex.); -υγγίζω = λαρυγγίζω (Poll.). Vgl. κολοίφρυξ, auch φάραγξ und λάρυγξ.
Etymology : Altes Wort für Schlund, Kehle, mit lat. frūmen ib. aus *frū̆gsmen (nach dem synonymen rūmen), auch mit arm. erbuc, Gen. -oy (o-Stamm) Brust, Bruststück geschlachteter Opfertiere bis auf eine kleine Ablautdifferenz (bhr̥rŭg- : bhrū̆g-) identisch. WP. 2, 171 m. älterer Lit., Pok. 145, W.-Hofmann s. 2. frūmen, Lidén Mél. Pedersen 92. Weitere Beziehung zu φάρος (s. d.) u. Verw. ist glaubhaft. — Abzulehnen Vey BSL 51, 92.
Page 2,995