ἄπαστος: Difference between revisions

From LSJ

ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω → no one ignorant of geometry may enter, let no one ignorant of geometry enter, let no one ignorant of geometry come in

Source
(big3_5)
(5)
Line 24: Line 24:
{{DGE
{{DGE
|dgtxt=-ον<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>de alimentos [[no comido]] (τὰς τροφάς) ... ἄπαστοι μένουσι Ael.<i>NA</i> 11.16.<br /><b class="num">2</b> [[no alimenticio]] ἐδητύος ἔργον ἄπαστον actividad no alimenticia de comida</i> Opp.<i>H</i>.2.250.<br /><b class="num">3</b> de pers. [[que ayuna]], [[que no come]], <i>Il</i>.19.346, Scyl.<i>Per</i>.110, (ὁ ἀετός) Arist.<i>HA</i> 563<sup>a</sup>23, cf. A.R.4.1295, Call.<i>Cer</i>.6<br /><b class="num">•</b>c. gen. [[que no prueba]], [[ayuno de]] ἄ. ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος <i>Od</i>.4.788, <i>h.Cer</i>.200, χιλοῖο ... ἄ. Euph.90.<br /><b class="num">II</b> subst. neutr.<br /><b class="num">1</b> τὸ ἄ. cret. [[cárcel]] Hsch.<br /><b class="num">2</b> [[incapacidad de alimentarse]] fig. τὸ ἁπαλὸν ἔτι τῆς κατὰ ψυχὴν ἡλικίας καὶ ἄ. Gr.Nyss.<i>Hom.in Cant</i>.18.15 (ap. crít.).
|dgtxt=-ον<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>de alimentos [[no comido]] (τὰς τροφάς) ... ἄπαστοι μένουσι Ael.<i>NA</i> 11.16.<br /><b class="num">2</b> [[no alimenticio]] ἐδητύος ἔργον ἄπαστον actividad no alimenticia de comida</i> Opp.<i>H</i>.2.250.<br /><b class="num">3</b> de pers. [[que ayuna]], [[que no come]], <i>Il</i>.19.346, Scyl.<i>Per</i>.110, (ὁ ἀετός) Arist.<i>HA</i> 563<sup>a</sup>23, cf. A.R.4.1295, Call.<i>Cer</i>.6<br /><b class="num">•</b>c. gen. [[que no prueba]], [[ayuno de]] ἄ. ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος <i>Od</i>.4.788, <i>h.Cer</i>.200, χιλοῖο ... ἄ. Euph.90.<br /><b class="num">II</b> subst. neutr.<br /><b class="num">1</b> τὸ ἄ. cret. [[cárcel]] Hsch.<br /><b class="num">2</b> [[incapacidad de alimentarse]] fig. τὸ ἁπαλὸν ἔτι τῆς κατὰ ψυχὴν ἡλικίας καὶ ἄ. Gr.Nyss.<i>Hom.in Cant</i>.18.15 (ap. crít.).
}}
{{grml
|mltxt=[[ἄπαστος]], -ον (Α)<br /><b>1.</b> αυτός που δεν έχει φάει ή απέχει από την [[τροφή]], ο [[άσιτος]]<br /><b>2.</b> αυτός που δεν έχει γευθεί ή δοκιμάσει [[κάτι]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>α</i>- <b>στερ.</b> <span style="color: red;">+</span> [[πατέομαι]] «[[τρώω]] ή [[πίνω]] από [[κάτι]], [[γεύομαι]] [[κάτι]]»].
}}
}}

Revision as of 06:56, 29 September 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄπαστος Medium diacritics: ἄπαστος Low diacritics: άπαστος Capitals: ΑΠΑΣΤΟΣ
Transliteration A: ápastos Transliteration B: apastos Transliteration C: apastos Beta Code: a)/pastos

English (LSJ)

ον, (πατέομαι)

   A not having eaten, abstaining from food, fasting, Il.19.346, Arist.HA563a23, Call.Cer.6, Euph.57, v.l. in h.Merc.168.    2 c. gen., ἄπαστος ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος without having tasted meat or drink, Od.4.788, cf. 6.250, h.Cer.200: ἐδητύος ἔργον ἄπαστον a meal which feeds not, Opp.H.2.250.    II Pass., not eaten, Ael.NA11.16.

German (Pape)

[Seite 281] 1) nicht gegessen habend, nüchtern, Il. 19, 346; ἐδητύος ἄπαστος Od. 6, 250; ἄσιτος ἄπαστος ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος Od. 4, 788; h. Cer. 200. – 2) nicht verzehrt, ungegessen, Ael. N. A. 11, 16.

Greek (Liddell-Scott)

ἄπαστος: -ον, (πατέομαι) ὁ μὴ φαγών, ἀπεχόμενος τροφῆς, νηστεύων, Ἰλ. Τ. 346, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 6. 6, 2, Καλλ. εἰς Δήμ. 6. 2) μετὰ γεν., ἅπαστος ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος, χωρὶς νὰ φάγῃ καὶ νὰ πίῃ, Ὀδ. Δ. 788, πρβλ. Ζ. 250: ― ὅθεν, ἐδητύος ἔργον ἄπαστον, φαγητὸν ὅπερ δὲν τρέφει, Ὀππ. Ἁλ. 2. 250. ΙΙ. παθ. ὁ μὴ βρωθείς, Αἰλ. π. Ζ. 11. 16.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui est à jeun;
2 non mangé, intact.
Étymologie: πατέω¹.

English (Autenrieth)

(πατέομαι): without (taste of) food; ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος, δ , Od. 6.250.

Spanish (DGE)

-ον
I 1de alimentos no comido (τὰς τροφάς) ... ἄπαστοι μένουσι Ael.NA 11.16.
2 no alimenticio ἐδητύος ἔργον ἄπαστον actividad no alimenticia de comida Opp.H.2.250.
3 de pers. que ayuna, que no come, Il.19.346, Scyl.Per.110, (ὁ ἀετός) Arist.HA 563a23, cf. A.R.4.1295, Call.Cer.6
c. gen. que no prueba, ayuno de ἄ. ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος Od.4.788, h.Cer.200, χιλοῖο ... ἄ. Euph.90.
II subst. neutr.
1 τὸ ἄ. cret. cárcel Hsch.
2 incapacidad de alimentarse fig. τὸ ἁπαλὸν ἔτι τῆς κατὰ ψυχὴν ἡλικίας καὶ ἄ. Gr.Nyss.Hom.in Cant.18.15 (ap. crít.).

Greek Monolingual

ἄπαστος, -ον (Α)
1. αυτός που δεν έχει φάει ή απέχει από την τροφή, ο άσιτος
2. αυτός που δεν έχει γευθεί ή δοκιμάσει κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + πατέομαι «τρώω ή πίνω από κάτι, γεύομαι κάτι»].