διαρμόζω: Difference between revisions

From LSJ

θεοῦ θέλοντος κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοις → if God willed it, you could sail even on a straw mat | God willing, you may voyage on a mat

Source
(9)
(4)
Line 21: Line 21:
{{grml
{{grml
|mltxt=(Α [[διαρμόζω]] και διαρμόττω) [[συναρμόζω]] πράγματα [[μεταξύ]] τους<br /><b>αρχ.</b><br />[[διαμοιράζω]] σε διάφορα μέρη.
|mltxt=(Α [[διαρμόζω]] και διαρμόττω) [[συναρμόζω]] πράγματα [[μεταξύ]] τους<br /><b>αρχ.</b><br />[[διαμοιράζω]] σε διάφορα μέρη.
}}
{{lsm
|lsmtext='''διαρμόζω:''' ή -ττω, μέλ. <i>-σω</i>, [[διαχωρίζω]], [[εξοπλίζω]], [[διαθέτω]], [[εφοδιάζω]], σε Ευρ.
}}
}}

Revision as of 19:04, 30 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διαρμόζω Medium diacritics: διαρμόζω Low diacritics: διαρμόζω Capitals: ΔΙΑΡΜΟΖΩ
Transliteration A: diarmózō Transliteration B: diarmozō Transliteration C: diarmozo Beta Code: diarmo/zw

English (LSJ)

or διαρμόττω, fut. -σω,

   A distribute in various places, E.Or.1451 (lyr.): hence,    2 Med., arrange, dispose, ταῦτα πρὸς τὸ μέλλον Plb.8.25.5:—Pass., τὸν τρόπον τοῦτον διηρμοσμένοι ib.7.1; regulate, τὸν βίον Plu.2.88a.

German (Pape)

[Seite 599] 1) trennen, Eur. Or. 1452. – 2) dazwischen einfügen, übh. zurüsten, Pol. 8, 7, 1; ταῦτα διαρμοσάμενοι πρὸς τὸ μέλλον 8, 27, 5; σῶμα ὀργανικὸν καὶ διηρμοσμένονμέρεσι λογικοῖς, Plut. Coriol. 38. Auch von der Musik, Arist. Quinct.

Greek (Liddell-Scott)

διαρμόζω: ἢ -ττω· μέλλ. -σω·― διαμοιράζω εἰς διάφορα μέρη, Εὐρ. Ὀρ. 1450· ― ἐντεῦθεν, 2) Μέσ., τακτοποιῶ, διαθέτω, διατάσσω. Πολύβ. 8. 27, 5· παθ., αὐτόθι 7, 1· κανονίζω, ῥυθμίζω, τὸν βίον Πλούτ. 2.88Α.

Spanish (DGE)

• Grafía: graf. διhαρμ- IG 13.475.181 (V a.C.)
I 1armar, montar, ensamblar τ[ο̄̀] ς σφɛ̄κίσκος IG l.c., τὰ κορυφαῖα κερκίσιν ἐπὶ τῶν μεσομνῶν IG 22.1668.52 (IV a.C.), τὸ ἐντὸς τῶν κιόνων ἑκατέρωθεν IG 22.1668.67 (IV a.C.), un nido, Plu.2.983c.
2 distribuir, disponer ἔκλῃσε ... ἄλλον ἄλλοσε διαρμόσας ἀποπρὸ δεσποίνας (los) encerró ... disponiéndolos aquí y allá lejos de su señora E.Or.1451, en v. pas. οὗτοι μὲν τὸν τρόπον τοῦτον διηρμοσμένοι Plb.8.5.1.
3 mús. regular, afinar para dar el tono, en v. pas. διηρμοσμένον ... συρίγγιον Plu.2.456a.
II v. med. c. ac. de abstr. organizar, disponer, poner en orden ταῦτα ... πρὸς τὸ μέλλον Plb.8.25.5, (τὴν πόλιν) Plu.Sol.15, τὸν βίον Plu.2.88a.

Greek Monolingual

διαρμόζω και διαρμόττω) συναρμόζω πράγματα μεταξύ τους
αρχ.
διαμοιράζω σε διάφορα μέρη.

Greek Monotonic

διαρμόζω: ή -ττω, μέλ. -σω, διαχωρίζω, εξοπλίζω, διαθέτω, εφοδιάζω, σε Ευρ.