πλάνησις: Difference between revisions

From LSJ

ὀρχούμενός τις καὶ τὴν τοῦ Κρόνου τεκνοφαγίαν παρωρχεῖτο → a dancer was presenting Kronos who devoured his children, an actor portrayed Kronos who devoured his children

Source
(3b)
(nl)
Line 27: Line 27:
{{elru
{{elru
|elrutext='''πλάνησις:''' εως (ᾰ) ἡ<br /><b class="num">1)</b> рассеяние или блуждание (π. τῶν [[νεῶν]] ἐν τῷ σκότει Thuc.);<br /><b class="num">2)</b> заблуждение, ошибка Sext.
|elrutext='''πλάνησις:''' εως (ᾰ) ἡ<br /><b class="num">1)</b> рассеяние или блуждание (π. τῶν [[νεῶν]] ἐν τῷ σκότει Thuc.);<br /><b class="num">2)</b> заблуждение, ошибка Sext.
}}
{{elnl
|elnltext=πλάνησις -εως, ἡ [πλανάω] het dwalen:. πλάνησιν τῶν νεῶν... παρέσχεν veroorzaakte het verdwalen van de schepen Thuc. 8.42.1.
}}
}}

Revision as of 11:04, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πλᾰνησις Medium diacritics: πλάνησις Low diacritics: πλάνησις Capitals: ΠΛΑΝΗΣΙΣ
Transliteration A: plánēsis Transliteration B: planēsis Transliteration C: planisis Beta Code: pla/nhsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A making to wander : dispersing, scattering, τῶν νεῶν Th.8.42.    2 metaph., misleading, S.E.M.7.394 (dub. l.).

German (Pape)

[Seite 624] ἡ, das in die Irre Treiben, Verschlagen, τῶν νεῶν, Thuc. 8, 42 u. Sp. Auch übertr., das Irremachen, Verführen.

Greek (Liddell-Scott)

πλάνησις: -εως, ἡ, διασκόρπισις, διασπορά, τῶν νεῶν Θουκ. 8. 42. 2) μεταφορ., ἀποπλάνησις, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 7. 394.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
action d’égarer, de disperser.
Étymologie: πλανάω.

Greek Monolingual

-ήσεως, ἡ, ΜΑ πλανώμαι
μτφ. αποπλάνηση, εξαπάτηση
αρχ.
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πλανώ, η απομάκρυνση από την ευθεία, την ορθή οδό, περιπλάνηση
2. (κατ' επέκτ.) διασπορά, διασκόρπιση.

Greek Monotonic

πλάνησις: -εως, ἡ (πλανάω), περιπλάνηση, διασκόρπιση, τῶν νεῶν, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

πλάνησις: εως (ᾰ) ἡ
1) рассеяние или блуждание (π. τῶν νεῶν ἐν τῷ σκότει Thuc.);
2) заблуждение, ошибка Sext.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλάνησις -εως, ἡ [πλανάω] het dwalen:. πλάνησιν τῶν νεῶν... παρέσχεν veroorzaakte het verdwalen van de schepen Thuc. 8.42.1.