καυχήμων: Difference between revisions
From LSJ
τῶν δ᾽ ὀρθουμένων σῴζει τὰ πολλὰ σώμαθ᾽ ἡ πειθαρχία → But of those who make it through, following orders is what saves most of their lives (Sophocles, Antigone 675f.)
(5) |
(2b) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''καυχήμων:''' -ον ([[καυχάομαι]]), [[κομπαστικός]], [[καυχησιάρικος]], σε Βάβρ. | |lsmtext='''καυχήμων:''' -ον ([[καυχάομαι]]), [[κομπαστικός]], [[καυχησιάρικος]], σε Βάβρ. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''καυχήμων:''' 2, gen. ονος хвастливый Babr. | |||
}} | }} |
Revision as of 22:48, 31 December 2018
English (LSJ)
ον, gen. ονος,
A boastful, Babr.5.10, Heph. Astr.1.1.
Greek (Liddell-Scott)
καυχήμων: -ον, ὁ καυχώμενος, πλήρης καυχήσεως, Βαβρ. 5. 10.
French (Bailly abrégé)
ων, ον, gén. ονος;
vantard.
Étymologie: καυχάομαι.
Greek Monolingual
καυχήμων, -ον (Α) καυχώμαι
αυτός που καυχιέται, ο γεμάτος κομπασμό και αλαζονεία.
Greek Monotonic
καυχήμων: -ον (καυχάομαι), κομπαστικός, καυχησιάρικος, σε Βάβρ.
Russian (Dvoretsky)
καυχήμων: 2, gen. ονος хвастливый Babr.