διαρπαγή: Difference between revisions
οὐδέν γε πλὴν ἢ τὸ πέος ἐν τῇ δεξιᾷ → nothing, except for my penis in my right hand | nothing, except what I have in my right hand
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(elnltext.*?\]) ([a-zA-Z' ]+)(\.)\n" to "$1 $2$3 ") |
m (Text replacement - "αὐτοῦ" to "αὐτοῦ") |
||
Line 11: | Line 11: | ||
}} | }} | ||
{{DGE | {{DGE | ||
|dgtxt=-ῆς, ἡ<br />[[saqueo]], [[pillaje]] μετά δὲ τήν διαρπαγὴν ἀπολέσθαι πάντας Hdt.9.42, ἅπασα δ' ἡ χώρα ταραχῆς καὶ διαρπαγῆς ἔγεμεν D.S.12.41, ἵνα μὴ δ. ὑπὸ τοῦ πλήθος γένηται D.C.59.30.3, cf. Plb.10.16.6, <i>IAphrodisias</i> 1.12.13 (I a.C.), App.<i>BC</i> 5.49, Vett.Val.102.27, Hld.1.3.5, <i>IG</i> 2<sup>2</sup>.1121.24 (IV d.C.), <i>PMasp</i>.4.13 (VI d.C.), c. gen. obj. δόμων Lyc.70, | |dgtxt=-ῆς, ἡ<br />[[saqueo]], [[pillaje]] μετά δὲ τήν διαρπαγὴν ἀπολέσθαι πάντας Hdt.9.42, ἅπασα δ' ἡ χώρα ταραχῆς καὶ διαρπαγῆς ἔγεμεν D.S.12.41, ἵνα μὴ δ. ὑπὸ τοῦ πλήθος γένηται D.C.59.30.3, cf. Plb.10.16.6, <i>IAphrodisias</i> 1.12.13 (I a.C.), App.<i>BC</i> 5.49, Vett.Val.102.27, Hld.1.3.5, <i>IG</i> 2<sup>2</sup>.1121.24 (IV d.C.), <i>PMasp</i>.4.13 (VI d.C.), c. gen. obj. δόμων Lyc.70, αὐτοῦ [[LXX]] <i>Ma</i>.3.10, τῶ[ν το] ῦ [θ] εοῦ χρημάτων <i>IM</i> 46.10 (III/II a.C.), cf. Plu.2.248e, τῶν ἀγρῶν D.H.9.67, c. gen. subjet. τῶν θεωρῶν I.<i>AI</i> 19.93. | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape |
Revision as of 19:34, 11 December 2022
English (LSJ)
ἡ, plundering, Hdt.9.42, Plb.10.16.6, PMasp.4.13 (vi A. D.).
Spanish (DGE)
-ῆς, ἡ
saqueo, pillaje μετά δὲ τήν διαρπαγὴν ἀπολέσθαι πάντας Hdt.9.42, ἅπασα δ' ἡ χώρα ταραχῆς καὶ διαρπαγῆς ἔγεμεν D.S.12.41, ἵνα μὴ δ. ὑπὸ τοῦ πλήθος γένηται D.C.59.30.3, cf. Plb.10.16.6, IAphrodisias 1.12.13 (I a.C.), App.BC 5.49, Vett.Val.102.27, Hld.1.3.5, IG 22.1121.24 (IV d.C.), PMasp.4.13 (VI d.C.), c. gen. obj. δόμων Lyc.70, αὐτοῦ LXX Ma.3.10, τῶ[ν το] ῦ [θ] εοῦ χρημάτων IM 46.10 (III/II a.C.), cf. Plu.2.248e, τῶν ἀγρῶν D.H.9.67, c. gen. subjet. τῶν θεωρῶν I.AI 19.93.
German (Pape)
[Seite 599] ἡ, das Plündern, Her. 9, 42; Pol. 10, 16, 6; Diod. Sic. 12, 41.
French (Bailly abrégé)
ῆς (ἡ) :
pillage.
Étymologie: διαρπάζω.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
διαρπαγή -ῆς, ἡ [διαρπάζω] plundering.
Russian (Dvoretsky)
διαρπᾰγή: ἡ
1 грабеж, расхищение Her., Diod.;
2 хищение Polyb.
Greek (Liddell-Scott)
διαρπᾰγή: ἡ, λεηλασία, Ἡρόδ. 9. 42· κλοπὴ (δημοσίων), Πολύβ. 10. 16, 6.
Greek Monolingual
η (AM διαρπαγή)
1. λεηλασία, λαφυραγώγηοη, σύληση
2. βίαιη κατάληψη πράγματος με σκοπό την ιδιοποίησή του.