Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαρπάζω

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διαρπάζω Medium diacritics: διαρπάζω Low diacritics: διαρπάζω Capitals: ΔΙΑΡΠΑΖΩ
Transliteration A: diarpázō Transliteration B: diarpazō Transliteration C: diarpazo Beta Code: diarpa/zw

English (LSJ)

fut. A -άσομαι Pl.R.336b, later -άσω App.Pun.55:— tear in pieces, [λύκοι] αἶψα διαρπάζουσι [ἄρνας] Il.16.355; of the wind, carry away, efface, τὰ ἴχνη X.Cyn.6.2; τείχη διηρπασμένα dismantled, Jul.ad Ath.279a. II spoil, plunder, πόλιν Hdt.1.88, etc.:—Med., Συρίαν J.AJ1.9.1. 2 seize as plunder, χρήματα Hdt. l. c., cf. Lys. 7.6, 19.40, Hell.Oxy.13.3, Arist.Pol.1281a25, etc.:—Pass., Pl.Plt. 274b; τἀν τῇ Βοιωτίᾳ διαρπασθησόμεν' ὑπὸ τοῦ πολέμου D.18.213, cf. Lys.19.41, Th.8.36. 3 snatch from, θηρείων παῖδα γενείων Nonn. D.48.290.

Spanish (DGE)

I c. idea de destrucción
1 destrozar, despedazar c. compl. dir. de pers. o anim. οἱ δὲ (λύκοι) ... αἶψα διαρπάζουσιν ἀνάλκιδα θυμὸν ἐχούσας éstos (los lobos) destrozan a las (ovejas) que tienen un espíritu cobarde, Il.16.355, μὴ διαρπάσωσι τὸν γόνον Arist.HA 621a25, en v. med. τὰ δὲ πρόβατα ... οἱ λύκοι διαρπάσονται Luc.DDeor.10.2, fig. ὥσπερ θηρίον ἧκειν ἐφ' ἡμᾶς ὡς διαρπασόμενος de Trasímaco avanzó sobre nosotros como una fiera para hacernos pedazos Pl.R.336b, en v. pas. ἄνθρωποι ... διηρπάζοντο ὑπ' αὐτῶν (θηρίων) Pl.Plt.274b, τὸν ζῶντα οὕτως ... ὑπ' ἄλλου διαρπασθῆναι ζῴου Pl.Lg.807b.
2 destrozar, devastar, arrasar c. compl. dir. de lugares τὴν χώραν D.C.41.26.1, en v. med. Συρίαν ἅπασαν διηρπάσαντο I.AI 1.174, en v. pas. τὰ δ' ἐγγὺς ὑπὸ τῶν φίλων διηρπάζετο los alrededores fueron devastados por los nuestros Lys.7.6, τἀν τῇ Βοιωτίᾳ διαρπασθησόμεν' ὑπὸ τοῦ πολέμου D.18.213, ὑπὸ Αἰθιόπων ... διαρπαζομένης αὐτῶν τῆς χώρας I.AI 2.282, cf. Paus.4.22.3, τείχη τὰ διηρπασμένα murallas desmanteladas en el asalto Iul.ad Ath.279a.
3 destruir, borrar del viento τὰ ἴχνη X.Cyn.6.2
abs. destruir fig. del estilo de Demóstenes compar. con un huracán, Longin.12.4.
II c. idea de robo
1 saquear τὴν πόλιν Hdt.1.88, cf. 9.42, Vett.Val.62.10, δόμον E.Alc.657, Λοξίου χρηστήριον E.Ba.1337, τὰς οἰκίας App.Pun.55, en v. pas. ὑπὸ τῶν Ἀστῶν διαρπάζονται de barcos, Str.7.6.1.
2 llevarse como botín, pillar τὰ χρήματα Th.1.49, τὰ κτήματα Arist.Pol.1281a25, τὰ πρόβατα Hell.Oxy.37.485, τὰ θρέμματα τῆς θεοῦ Plb.4.18.10, τὰ[ς οὐσίας IEphesos 5.18 (II a.C.), ταῦτα D.H.10.21, τὰ ... φορτία X.Eph.3.12.2, abs. οἱ διαρπάζοντες Plb.10.16.9, SEG 40.524.B.1.11 (Anfípolis III/II a.C.), en v. pas. χρήματα διαρπασθέντα Th.8.36, οἱ δὲ λοιποὶ διηρπάσθησαν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν D.S.13.19.
3 en cont. no bélico arrebatar, robar, llevarse τὰς μὲν οὐσίας τὰς ἡμετέρας ... διηρπάκασιν Isoc.14.22, τὰ δὲ ταύτης (πόλεως) ἴδια Isoc.12.141, τὰ ἅγια τοῦ θεοῦ LXX Psalm.Salom.8.11, τὰ ἐλαικὰ φορτία PKöln 261.5 (III a.C.), διάκονοι ... διαρπάσαντες χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τὴν ζωήν Herm.Sim.9.26.2, Πιερίδες μοι μῆλα διήρπασαν AP 14.3 (Metrod.?), θηρείων ἕνα παῖδα διαρπάξασα γενείων Nonn.D.48.920, en v. pas. τὰ προβάτια ... διήρπακται ὑπὸ τῶν ποιμένων PMich.Zen.87.7 (III a.C.), cf. PTeb.789.18 (II a.C.), διερπάγη μοι ῥόδινον OClaud.171.4 (II d.C.), ἅπαντα διήρπασται ὑφ' ὑμῶν Luc.Tox.40, impers. οὐδενὶ οἷόν τε εἰπεῖν ὅτι διηρπάσθη nadie podría decir que fue robado (el capital), Lys.19.41
fig. στρατηγία, ὑπατεία (διαδίδονται)· διαρπαζέτω τὰ παιδία (se reparte) una pretura, un consulado; anden los niños a la rebatiña Arr.Epict.4.7.23.
4 raptar, secuestrar διήρπαξεν τὴν γυναῖκα ... [καὶ] αὐτὴν ἀπήγαγεν εἰς τὴ] ν ἑαυτοῦ οἰκίαν SB 9622.8 (IV d.C.).

German (Pape)

[Seite 600] zerreißen, zerfleischen, rauben; Hom. Iliad. 16, 355 Wölfe rauben (oder zerreißen) Schaafe und Ziegen, αἶψα διαρπάζουσιν ἀνάλκιδα θυμὸν ἐχούσας; Plat. Polit. 274 b, der auch fut. med. braucht, Rep. I, 336 b; plündern (nach verschiedenen Seiten hinschleppen), Her. 9, 42; Thuc. 8, 31; δόμον, Eur. Alc. 671; πόλιν, Her. 1, 88; Xen. Cyr. 7, 2, 11; πολλὰ τῶν ὑμετέρων Dem. 24, 2.

French (Bailly abrégé)

1 déchirer, mettre en pièces;
2 piller, dévaster.
Étymologie: διά, ἁρπάζω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δι-αρπάζω uiteenrukken, in stukken scheuren. van steden etc. plunderen. van goederen etc. roven.

Russian (Dvoretsky)

διαρπάζω: (fut. διαρπάσομαι)
1 разрывать, растерзывать (ἄρνας Hom.; διαρπάζεσθαι ὑπὸ θηρίων Plat.);
2 расхищать, подвергать разграблению (πόλιν Hom., Xen., Plut.; τὰ κτήματα Arst.; ἀποσκευάς Plut.; τὰ διαρπασθησόμενα ὑπὸ τοῦ πολέμου Dem.);
3 сметать, заметать (ἄνεμος διαρπάζει τὰ ἴχνη Xen.).

Greek (Liddell-Scott)

διαρπάζω: μέλλ. -άσομαι Πλάτ. Πολ. 336Β, μεταγ. -άσω Ἀππ. Καρχ. 8. 55· ― κατακόπτω, διασχίζω, [λύκοι] αἶψα διαρπάζουσι [ἄρνας] Ἰλ. Π. 355· ἐπὶ τοῦ ἀνέμου, παρασύρω, ἐξαλείφω, τὰ ἴχνη Ξεν. Κυν. 6, 2. ΙΙ. λεηλατῶ, λαφυραγωγῶ, Λατ. diripere, πόλιν Ἡρόδ. 1. 88, κτλ.· οὕτω καὶ ἐν μέσ. ἀορ., Ἰώσηπ. Ι. Α. 1, 9. 2) καταλαμβάνω ὡς λάφυρον ἢ λείαν, χρήματα αὐτόθι, πρβλ. Ἀριστ. Πολ. 3. 10, 3. ― Παθ., Πλάτ. Πολιτ. 274Β· τὰ ἐν τῇ Βοιωτίᾳ διαρπασθησόμενα ὑπὸ τοῦ πολέμου Δημ. 299. 16, πρβλ. Λυσ. 155. 28.

English (Autenrieth)

seize and tear to pieces, Il. 16.355†.

English (Strong)

from διά and ἁρπάζω; to seize asunder, i.e. plunder: spoil.

English (Thayer)

future διαρπάσω; 1st aorist (subjunctive 3rd person singular διαρπάσῃ), infinitive διαρπάσαι; to plunder: L T Tr WH ἁρπάσαι), 29^b (R T Tr WH); Homer down.)

Greek Monolingual

(AM διαρπάζω)
1. αρπάζω διά της βίας πράγματα που ανήκουν σε άλλους, λαφυραγωγώ, λεηλατώ
2. ιδιοποιούμαι ξένο πράγμα
αρχ.
1. ξεσχίζω, κατακόβω, τεμαχίζω
2. (για άνεμο) παρασύρω.

Greek Monotonic

διαρπάζω: μέλ. -άσομαι,
I. σχίζω σε κομμάτια, σε Ομήρ. Ιλ.· απαλείφω, αφαιρώ, σβήνω, τὰ ἴχνη, σε Ξεν.
II. 1. λεηλατώ, λαφυραγωγώ, καταστρέφω, συλώ, πόλιν, σε Ηρόδ.
2. παίρνω ως λάφυρα, λεία, χρήματα, στον ίδ.

Middle Liddell

fut. άσομαι
I. to tear in pieces, Il.: to efface, τὰ ἴχνη Xen.
II. to spoil, plunder, πόλιν Hdt.
2. to seize as plunder, χρήματα Hdt.

Chinese

原文音譯:diarp£zw 笛-阿而爬索
詞類次數:動詞(4)
原文字根:經過-奪取 相當於: (בָּזַז‎) (שָׁסָה‎)
字義溯源:侵襲,搶奪,奪取,全然搶奪;由(διά)*=經過,藉著)與(ἁρπάζω)=捉,提)組成;其中 (ἁρπάζω)出自(αἱρέομαι)*=取為己有,挑選)
出現次數:總共(4);太(2);可(2)
譯字彙編
1) 能搶奪(1) 可3:27;
2) 搶奪(1) 可3:27;
3) 他才搶奪(1) 太12:29;
4) 奪取(1) 太12:29