ἐπισυκοφαντέω
μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible. | Do not yearn, O my soul, for immortal life! Use to the utmost the skill that is yours. | Do not, my soul, strive for the life of the immortals, but exhaust the practical means at your disposal.
English (LSJ)
A harass yet more with frivolous accusations, Hyp. Fr.243, Plu.Ant.21.
German (Pape)
[Seite 986] noch dazu chikaniren, verleumden, Plut. Anton. 21; Poll. 8, 31 aus Hyperid.
Greek (Liddell-Scott)
ἐπισῡκοφαντέω: ἔτι μᾶλλον συκοφαντῶ, ἐνοχλῶ δι’ ἀνοήτων κατηγοριῶν, Ὑπερείδ. παρὰ Πολυδ. Η΄, 31, Πλουτ. Ἀντών. 21.
French (Bailly abrégé)
-ῶ :
calomnier encore, acc..
Étymologie: ἐπί, συκοφαντέω.
Greek Monotonic
ἐπισῡκοφαντέω: μέλ. -ήσω, ενοχλώ ακόμη περισσότερο με ανόητες κατηγορίες.
Russian (Dvoretsky)
ἐπισῡκοφαντέω: (сверх того или также) клеветать (τινα Plut.).