πυριατήριον

From LSJ
Revision as of 11:25, 15 August 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - " l.c." to " l.c.")

πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀπολοῦνται → all they that take the sword shall perish with the sword

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πῠριᾱτήριον Medium diacritics: πυριατήριον Low diacritics: πυριατήριον Capitals: ΠΥΡΙΑΤΗΡΙΟΝ
Transliteration A: pyriatḗrion Transliteration B: pyriatērion Transliteration C: pyriatirion Beta Code: puriath/rion

English (LSJ)

(Ion. πῠρι-ητήριον Hp.Steril.230), τό, A vapour-bath, heated by a furnace, Eup.128, Arist.Pr.869a19, IG5(1).938 (Cythera, iii B.C.), Plu.Cim.1; τὸ π. τὸ Λακωνικόν, Lat. Laconicum, D.C.53.27; π. τὸ ἐκ τῆς σικύης Hp. l.c. 2 π. φακωτά bean-shaped hot-water bottles, Archig. ap. Aët. 9.28.

German (Pape)

[Seite 822] τό, der Ort, wo die Schwitzbäder gebraucht wurden, sudatio; Eupol. bei Poll. 9, 43; Arist. probl. 2, 29. 32; bei Plut. Cimon. 1 als ein Theil des Gymnasiums genannt.

Greek (Liddell-Scott)

πῠριᾱτήριον: τό, (πυριάω) λουτρὸν δι’ ἀτμοῦ, Λατ. sudatio, sudatorium, ἐθερμαίνετο δὲ τοῦτο διὰ καμίνου κάτωθεν (ἴδε ὑπόκαυστον), Εὔπολις ἐν «Δήμοις» 30, Ἀριστ. Προβλ. 9. 29, 32, Πλουτ. Κίμων 1· τὸ π. τὸ Λακωνικόν, λατ. Laconicum, Δίων Κ. 53. 27.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
étuve, lieu chauffé pour provoquer la sueur.
Étymologie: πῦρ.

Greek Monotonic

πῠριᾱτήριον: τό (πυριάω), λουτρό με ατμό, που θερμαίνεται από ένα καμίνι στο κάτω μέρος, σε Πλούτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πυριᾱτήριον -ου, τό [πυρία] stoombad.

Russian (Dvoretsky)

πῠριᾱτήριον: τό паровая баня, парильня Arst., Plut.

Middle Liddell

πῠριᾱτήριον, ου, τό, πυριάω
a vapour-bath, heated by a furnace underneath, Plut.