σωφρονιστήριον
αἰτήσεις ἀκοὐεις σῶν ἱκετῶν· ταχἐως συνδραμεῖς ἀναπαὐων εὐεργετῶν· ἰάματα παρἐχεις, Ἱερἀρχα, τῇ πρὀς Θεὀν παρρησἰᾳ κοσμοὐμενος → You hear the prayers of your suppliants; quickly you come to their assistance, bringing relief and benefits; you provide the remedies, Archbishop, since you are endowed with free access to God.
English (LSJ)
τό, house of correction, Pl.Lg.908a, Ph.2.54.
German (Pape)
[Seite 1062] τό, ein Ort, in welchen Menschen zur Besserung u. Strafe gebracht werden, Straf- u. Besserungsanstalt, Plat. Legg. 908 a e.
Greek (Liddell-Scott)
σωφρονιστήριον: τό, τόπος σωφρονισμοῦ, εἱρκτή, Πλάτ. Νόμ. 908Α· τὸ γοῦν χωρίον οὐδ’ ὀνομάζειν ἔτ’ ἠξίουν εἱρκτήν, ἀλλὰ σωφρονιστήριον Φίλων 2. 54, 8.
Russian (Dvoretsky)
σωφρονιστήριον: τό исправительный дом Plat.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
σωφρονιστήριον -ου, τό [σωφρονιστήρ] tuchthuis, opvoedingsgesticht, huis van correctie, correctie, correctiehuis.