ἀποταφρεύω
τούτων γάρ ἑκάτερον κοινῷ ὀνόματι προσαγορεύεται ζῷον, καί ὁ λόγος δέ τῆς οὐσίας ὁ αὐτός → and these are univocally so named, inasmuch as not only the name, but also the definition, is the same in both cases (Aristotle, Categoriae 1a8-10)
English (LSJ)
A fence off with a ditch, X.An.6.5.1, HG5.4.38; for defence or offence, D.H.2.37, 3.41.
German (Pape)
[Seite 329] durch einen Graben befestigen, Xen. An. 6, 5, 1 Hell. 5, 4, 38 u. Sp., wie Dion. Hal. 9, 8.
Greek (Liddell-Scott)
ἀποταφρεύω: περιβάλλω διὰ τάφρου, ὀχυρώνω, κατὰ τὸ πλεῖστον συναπτόμενον μετὰ τοῦ ἀποσταυρόω, Ξεν. Ἀν. 6. 5, 1, Ἑλλ. 5. 4, 38, πρβλ. Διον. Ἁλ. 5. 58.
French (Bailly abrégé)
faire un retranchement au moyen d’un fossé.
Étymologie: ἀπό, ταφρεύω.
Spanish (DGE)
1 cavar un foso ᾗ ἡ εἴσοδος ἦν X.An.6.5.1, cf. D.C.40.7.2.
2 c. ac. proteger con un foso τὸ πεδίον καὶ τὰ πλείστου ἄξια τῆς χώρας X.HG 5.4.38, Ἀυεντῖνον D.H.2.37, ὁδόν Plu.2.1087c, χωρίον Polyaen.6.53.
Greek Monolingual
ἀποταφρεύω (Α)
περιβάλλω, ενισχύω, οχυρώνω (με τάφρο).
Greek Monotonic
ἀποταφρεύω: μέλ. -σω, περιβάλλω με τάφρο, οχυρώνω, σε Ξεν.
Russian (Dvoretsky)
ἀποταφρεύω: окружать или укреплять рвом Xen., Plut.