διαζωννύω
English (LSJ)
v. διαζώννυμι.
English (Thayer)
or διαζώννυμι: 1st aorist διέζωσα; 1st aorist middle διεζωσαμην; perfect passive preposition διεζωσμένος; to bind or gird all around (διά; this force of the preposition appears in the tropical use of the verb in Plutarch, Brut. 31,2 ὡς δ' ἡ φλόξ ῥυεις καί διαζώσασα πανταχόθεν τήν πόλιν διελαμψε πολλή): ἑαυτόν, διαζωννυμαι τί to be girded: ᾧ (by attraction for ὁ (yet cf. Meyer)) ἥν διεζωσμένος, διαζωννυμαι τί, "to gird oneself with a thing, gird a thing around oneself: Alex.). in Greek writings occasionally from Thucydides on). Cf. Winer's De verb. camp. etc. Part v., p. 13.
Greek Monolingual
(AM διαζωννύω και διαζώννυμι)
περισφίγγω, σφίγγω με ζώνη
μσν.
διαζώννυμι και διαζώννυμαι
εξουσιάζω, κατέχω αρχή
αρχ.
1. περικυκλώνω, περιζώνω
2. διαχωρίζω
3. μέσ. ζώνομαι στη μέση.