τόρμα

From LSJ
Revision as of 09:12, 25 August 2023 by Spiros (talk | contribs) (LSJ1 replacement)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

τὴν πρὶν ἐνεσφρήγισσεν Ἔρως θρασὺς εἰκόνα μορφῆς ἡμετέρης θερμῷ βένθεϊ σῆς κραδίης → the image of my beauty that bold Love earlier stamped in the hot depths of your heart

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τόρμᾰ Medium diacritics: τόρμα Low diacritics: τόρμα Capitals: ΤΟΡΜΑ
Transliteration A: tórma Transliteration B: torma Transliteration C: torma Beta Code: to/rma

English (LSJ)

ης, ἡ,
A wheel-rut, Lyc.262 (= τὸ χάραγμα τὸ ἀπὸ τοῦ τροχοῦ Sch.):—τόρμη· εὐθὺς δρόμος κατὰ τέχνην, καὶ στροφή, καὶ σύμπας (δρόμος), Hsch.
II socket, joint, βουβῶνος ἐν τόρμαισι Lyc. 487.

German (Pape)

[Seite 1130] ἡ, = Folgdm, bei Lyc. 262.

Greek (Liddell-Scott)

τόρμᾰ: παρ’ Ἡσυχ. τόρμη, ἡ, τέρμα, ἡ καμπὴ καὶ ἡ ὕσπληγξ ἐν τῷ ἱπποδρόμῳ, τόρμαν «λέγει αὐτὸ τὸ χάραγμα τὸ ἀπὸ τοῦ τροχοῦ» (Σχόλ.), Λυκόφρ. 262, 487.

Greek Monolingual

και τόρμη, ἡ, Α
1. τροχιά άμαξας, το ίχνος που αφήνει ο τροχός στο έδαφος
2. άρθρωση συναρμογή («βουβῶνος ἐν τόρμαισι», Λυκόφρ)
3. (στην Κρήτη) περιοχή χώρας ή πόλης
4. (κατά τον Ησύχ.) «εὐθὺς δρόμος κατὰ τέχνην, καὶ στροφή, καὶ σύμπας (δρόμος)».
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος ο οποίος συνδέεται με τη λ. τόρμος (για ετυμολ. βλ. λ. τόρμος). Ορισμένες, όμως, χρήσεις της λ. σχετικές με τους αγώνες δρόμου και τη στροφή στο τέρμα του δρόμου (πρβλ. τις σημ. ευθὺς δρόμος κατὰ τέχνην, καὶ στροφὴ και σύμπας ή ὁ δρόμος ὁἐν τῷ ἱπποδρόμῳ ἤἡ καμπὴ ἤἡ ὕσπληξ ή τόρμη
νύσσα, καμπτήρ) παραμένουν δυσερμήνευτες και θα μπορούσαν πιθ. να οδηγήσουν στον διαχωρισμό της λ. τόρμη από το τόρμος και στη σύνδεσή της με τη λ. τέρμα.