καταλοφάδεια
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος (Κατὰ Ἰωάννην 1:1) → In the beginning was the Word, and the Word was with God, and the Word was God.
English (LSJ)
[ᾰδ], Adv., (λόφος) = κατὰ τὸν λόφον, on the neck, βῆν δὲ καταλοφάδεια φέρων (sc. τὸν ἔλαφον) Od.10.169: by metrical lengthening for καταλοφάδια (cf. κατωμάδιος), v. Eust. ad loc.—Perh. to be read divisim, cf. λοφάδεια.
French (Bailly abrégé)
adv.
sur le cou, sur la nuque.
Étymologie: κατά, λόφος.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
κατα-λοφάδεια, adv., op de nek:. βῆν δὲ καταλοφάδεια φέρων (sc. τὸν ἔλαφον) ik ging met (het hert) op mijn nek Od. 10.169.
Russian (Dvoretsky)
κᾰτᾱλοφάδεια: и κᾰτᾱλοφάδια (ᾰδ) adv. на затылке, на шее: (ἔλαφον) κ. φέρων Hom. неся на шее (убитого) оленя.
Greek (Liddell-Scott)
καταλοφάδεια: Ἐπίρρ. (λόφος)= κατὰ τὸν λόφον, ἐπὶ τοῦ λόφου, αὐχένος, τραχήλου, βῆν δὲ καταλοφάδεια φέρων (δηλ. τὴν ἔλαφον) Ὀδ. Κ. 169, ὅπου πρόκειται περὶ τῆς πελωρίας ἐλάφου, ἥτις ἦτο τόσον βαρεῖα ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν φέρῃ ἐπὶ τοῦ ὤμου (χειρὶ ἑτέρῃ), ἀλλ’ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἤτοι ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν ὤμων, κοινῶς: καταλοφάδια (ὅπερ συμφωνεῖ κατὰ τύπον πρὸς τὸ κατωμάδιος), ἀλλ’ ἴδε Εὐστ. ἐν τόπῳ· παρὰ Θεογνώστ. Κανόν. σ. 164 (ἔνθα τελλοφάδεια, διορθ. καταλλοφάδεια) τὸ λ ἐδιπλασιάσθη διὰ νὰ γίνῃ τὸ α μακρόν, ὅπερ δ’ ὅμως ἦν περιττόν.
Greek Monolingual
καταλοφάδεια και καταλοφάδια (Α)
επίρρ. επάνω στον τράχηλο, στον σβέρκο και στους δύο ώμους («καταλοφάδεια φέρων τὴν ἔλαφον», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. «Σύνθ. εκ συναρπαγής» και αναλογικό προς το κατωμάδιος από τη φρ. κατά λόφον. Το -ει- από μετρική έκταση].
Greek Monotonic
καταλοφάδεια: Επίρρ., κατὰ τὸν λόφον, στον αυχένα, βῆν δὲ καταλοφάδεια φέρων (ενν. τὸν ἔλαφον), σε Ομήρ. Οδ.
Middle Liddell
= κατὰ τὸν λόφον, on the neck, βῆν δὲ καταλοφάδεια φέρων (sc. τὸν ἔλαφον) Od.