Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὅμως

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὅμως Medium diacritics: ὅμως Low diacritics: όμως Capitals: ΟΜΩΣ
Transliteration A: hómōs Transliteration B: homōs Transliteration C: omos Beta Code: o(/mws

English (LSJ)

Conj. (from ὁμῶς, with changed accent),

   A all the same, nevertheless, used to limit whole clauses, once in Hom. (unless it is read in Od.11.565), Σαρπήδοντι δ' ἄχος γένετο... ὅ. δ' οὐ λήθετο χάρμης Il.12.393 ; ὅ. πιθοῦ μοι S.OT1064, cf. Ant.519 ; κοὐκ ἐπίδηλος ὅ. and yet not so as to be observed, Thgn.442 ; νῦν δὲ ὅ. θαρρῶ Pl. Smp.193e, etc. : freq. strengthd. by other words, ἀλλ' ὅ. but still, but for all that, Pi.P.1.85, Ar.V.1085, etc. ; ὅ. μήν (Dor. μάν) Pi.P. 2.82, Pl.Plt.297d ; ὅ. μέντοι Id.Cri.54d ; ὅ. γε μήν Ar.Nu.631, 822 ; ὅ. γε μέντοι Id.V.1344, Ra.61 : used elliptically, πάντως μὲν οἴσεις οὐδὲν ὑγιές, ἀλλ' ὅ. (sc. οἰστέον) Id.Ach.956, cf. E.Hec.843, Ba.1027 (prob.).    II freq. in apodosi after καὶ εἰ (κεἰ) or καὶ ἐάν (κἄν), κεἰ τὸ μηδὲν ἐξερῶ, φράσω δ' ὅ. S.Ant.234, cf. A.Ch.933 ; but ., though it belongs in sense to the apodosis, is freq. closely attached to the protasis, μέμνησ' Ὀρέστου, κεἰ θυραῖός ἐσθ' ὅ., i.e. κεἰ θ. ἐστι, ὅμως μέμνησο, ib.115 ; λέξον... κεἰ στένεις ὅ., i.e. κεἰ στένεις, ὅ. λέξον, Id.Pers.295 ; κἂν ἄποπτος ᾖς ὅ., φώνημ' ἀκούω S.Aj.15 : sts. it even stands in the protasis, ἐρημία με, κεἰ δίκαι' ὅ. λέγω, σμικρὸν τίθησι Id.OC957 ; ἐγὼ μὲν εἴην, κεἰ πέφυχ' ὅ. λάτρις, ἐν τοῖσι γενναίοισιν ἠριθμημένος E.Hel.728.    2 the protasis is freq. replaced by a part., ὕστεροι ἀπικόμενοι ἱμείροντο ὅ. Hdt.6.120 ; κλῦθί μου νοσῶν ὅ. (i. e. εἰ νοσεῖς ὅ. κλῦθι) S.Tr.1115 : strengthd., πιθοῦ, καίπερ οὐ στέργων ὅ. A. Th.712 ; ἱκνοῦμαι, καὶ γυνή περ οὖσ' ὅ. E.Or.680 ; τάδ' ἔρδω, καὶ τύραννος ὢν ὅ. S.OC851 ; ἐρήσομαι δέ, καὶ κακῶς πάσχουσ' ὅ. E.Med.280 : sts. it precedes, τόλμα... ὅ. ἄτλητα πεπονθώς, for καίπερ πεπονθώς, ὅ. τόλμα, Thgn.1029 : in Prose, οἱ δὲ . . ὅ. ταῦτα πυνθανόμενοι ἀρρώδεον Hdt.8.74 ; οἱ τετρακόσιοι . . ὅ. καὶ τεθορυβημένοι ξυνελέγοντο Th.8.93, cf. Hdt.5.63, X.Cyr.8.2.21 : exceptionally, ἡ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως . . κούφισιν, οὐδ' ὧς ῥᾳδία ἐδοξάζετο Th.7.75.    3 where the protasis does not contain a verb, ἀπάλαμόν περ ὅ. (v.l. ὁμῶς) ἐπὶ ἔργον ἐγείρει Hes.Op.20 ; βαρέα δ' οὖν ὅ. φράσον A.Th.810 ; κόλακι, δεινῷ θηρίῳ, ὅ. ἐπέμειξεν ἡ φύσις ἡδονήν Pl.Phdr.240b.    III used to break off a speech, however . ., A.Eu.74 ; to refer to something previously said or to the general situation, after all, in spite of all, Th.1.105, 3.28,80,7.1.

German (Pape)

[Seite 344] eigtl., wie unser gleichwohl, ein Wort mit dem Vorigen, dennoch, dessenungeachtet; ὅμως δ' οὐ λήθετο χάρμης, Il. 12, 393, dennoch nicht; ἀλλ' ὅμως, κρέσσων γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος, μὴ παρίει καλά, Pind. P. 1, 85, öfter; ὅμως δὲ φεῦγε, Aesch. Eum. 74, öfter; ὅμως δὲ τλῆθι, Soph. Phil. 473; πόλιν εἰ καὶ μὴ βλέπεις, φρονεῖς δ' ὅμως, οἵᾳ νόσῳ ξύνεστιν, O. R. 302; ὅμως καὶ ξεινίους σφι ἐόντας, Her. 5, 63; πάνυ μὲν οὐκ ἤθελεν ὅμως δὲ ἠναγκάσθη ὁμολογῆσαι, Plat. Prot. 338 e, öfter. – Bes. ist das Nachsetzen des Wortes zu merken, λέξον καταστάς, κεἰ στένεις κακοῖς ὅμως, Aesch. Pers. 287, μέμνησ' Ὀρέστου, κεἰ θυραῖος ἔσθ' ὅμως, Ch. 113, vgl. Spt. 694 Pers. 826; ὡς εὐμαθές σου κἂν ἄποπτος ᾖς ὅμως, φώνημ' ἀκούω, Soph. Ai. 15, vgl. O. C. 961; bes. bei Participien, κλῦθί μου νοσῶν ὅμως, Tr. 1105, d. i. καίπερ νοσῶν, ὅμως κλῦθι; vgl. ὑφ' ὧν ἐγὼ ταχθεὶς τάδ' ἔρδω καὶ τύραννος ὢν ὅμως, O. C. 755; Xen. An. 1, 8, 23. 3, 1, 10; οἱ μὲν πρῶτοι ὅμως τρόπῳ τινὶ ἐστρατοπεδεύσαντο, 2, 2, 17, wozu man aus dem Vorigen ergänzen muß, »obwohl Alles geplündert war«; zu welcher Stelle Krüger Her. 1, 83 Thuc. 5, 61. 6, 70 Plut. Pericl. 34 vergleicht; γιγνώσκοντες, ὅτι πονηρά ἐστιν, ὅμως αὐτὰ πράττειν, Plat. Prot. 353 c; auch dem Participium voranstehend, Rep. VI, 445 d. – Verstärkt ὅμως γε μήν, ὅμως γε μέντοι, Ar. Nub. 621 Ran. 61 u. öfter, wie Plat. Polit. 297 d Crit. 54 d.

Greek (Liddell-Scott)

ὅμως: σύνδεσμος ἐκ τοῦ ὁμὸς (ἀλλὰ μετὰ διαφόρου τονισμοῦ), ἀλλ’ ὅμως, καὶ ὅμως, ὅμως ὡς καὶ νῦν, Λατ. tamen, χρησιμεύων ὅπως περιορίζῃ ὁλοκλήρους προτάσεις, Σαρπήδοντι δ’ ἄχος γένετο .. ὅμως δ’ οὐ λήθετο χάρμης Ἰλ. Μ. 393· ὅμως πιθοῦ μοι Σοφ. Ο. Τ. 1064, πρβλ. Ἀντ. 519· κοὐκ ἐπίδηλος ὅμως, καὶ ὅμως οὐχὶ φανερός, καταφανής, Θέογν. 442· νῦν δὲ ὅμως θαρρῶ Πλάτ. Συμπ. 193Ε, κτλ.· - συχνάκις ἐνισχύεται δι’ ἄλλων μορίων, ἀλλ’ ὅμως, Λατ. attamen, Πινδ. Π. 1. 163, Ἀριστοφ. Σφ. 1085, κτλ.· ὅμως μὴν (Δωρ. μὰν) Πινδ. Π. 2. 150, Πλάτ.· ὅμως μέντοι Πλάτ. Κρίτων 54D· ὅμως γε μὴν Ἀριστοφ. Νεφ. 631, 822 ὅμως γε μέντοι Σφ. 1344, Βάτρ. 61˙ ― ἐν χρήσει ἐλλειπτικῶς, πάντως μὲν οἴσεις οὐδὲν ὑγιές, ἀλλ’ ὅμως (ἐξυπ. οἰστέον) Ἀχ. 956, πρβλ. Flmsl. εἰς Εὐρ. Βάκχ. 1026. ΙΙ. συχνάκις τίθεται ἐν τῇ ἀποδόσει μετὰ τὸ καὶ εἰ (κεἰ) ἢ καὶ ἐὰν (κἄν), ὡς τὸ tamen μετὰ τὸ etsi ἢ quamquam, κεἰ τὸ μηδὲν ἐξερῶ, φράσω δ’ ὅμως Σοφ. Ἀντ. 234, πρβλ. Αἰσχύλ. Χο. 933˙ ἀλλὰ τὸ ὅμως, εἰ καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἀπόδοσιν, πολλάκις στενῶς συνάπτεται μὲ τὴν πρότασιν, μέμνησ’ Ὀρέστου, κεἰ θυραῖός ἐσθ’ ὅμως, δηλ. κεἰθ. ἐστι, ὅμως μέμνησο αὐτόθι 115˙ λέξον..., κεἰ στένεις ὅμως, δηλ. κεἰ στένεις, ὅμως λέξον, ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 295˙ κἂν ἄποπτος ᾖς ὅμως, φώνημ’ ἀκούω Σοφ. Αἴ. 15˙ ἐνίοτε δὲ εὑρίσκεται καὶ ἐν τῇ προτάσει, ἐρημία με, κεἰ δίκαι’ ὅμως λέγω, σμικρὸν τίθησι ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 957˙ ἐγὼ μὲν εἴην, κεἰ πέφυχ’ ὅμως λάτρις, ἐν τοῖσι γενναίοισιν ἠριθμημένος Εὐρ. Ἑλ. 728. 2) ἡ πρότασις πολλάκις ἀντικαθίσταται διὰ μετοχῆς, ὕστερον ἀπικόμενοι ἱμείροντο ὅμως Ἡρόδ. 6. 120, πρβλ. 5. 63˙ κλῦθί μου νοσῶν ὅμως (δηλ. εἰ νοσεῖς ὅμως κλῦθι) Σοφ. Τρ. 1105)˙ καὶ ἐπιτεταμ., πιθοῦ, καίπερ οὐ στέργων ὅμως Αἰσχύλ. Θήβ. 712˙ ἱκνοῦμαι, καὶ γυνή περ οὖσ’ ὅμως Εὐρ. Ὀρ. 680˙ τάδ’ ἔρδω, καὶ τύραννος ὢν ὅμως Σοφ. Ο. Κ. 851˙ ἐρήσομαι δέ, καὶ κακῶς πάσχουσ’ ὅμως Εὐρ. Μήδ. 280˙ ― ἐνίοτε καὶ προηγεῖται, τόλμα..., ὅμως ἄτλητα πεπονθώς, ἀντὶ καίπερ πεπονθώς, ὅμως τόλμα, Θέογν. 1029˙ καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, οἱ δέ... ὅμως (συνήθως ὁμῶς) ταῦτα πυνθανόμενοι ἀρρώδεον Ἡρόδ. 8. 74˙ οἱ τετρακόσιοι... ὅμως καὶ τεθορυβημένοι ξυνελέγοντο Θουκ. 8. 93, πρβλ. Ἡρόδ. 5. 63, Ξεν. Κύρ. 8. 2, 21˙ ― τὸ παρὰ Θουκ. 7. 75 εἶναι ἄξιον σημειώσεως, ἡ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως... κούφισιν, οὐδ’ ὣς ῥᾳδία ἐδοξάζετο. ΙΙΙ. συχνάκις χρησιμεύει εἰς ὁρισμὸν μεμονωμένων λέξεων, ὡς τὸ Λατ. quamvis, ἀπάλαμόν περ ὅμως ἐπὶ ἔργον ἐγείρει Ἡσ. Ἔργ. καὶ Ἡμ. 20˙ βαρέα δ’ οὖν ὅμως φράσω Αἰσχύλ. Θήβ. 810˙ κόλακι, δεινῷ θηρίῳ, ὅμως ἐπέμιξεν ἡδονὴν Πλάτ. Φαῖδρ. 240Β. IV. ὅμως, ἐν χρήσει εἰς διακοπὴν λόγου, ὅμως δὲ φεῦγε μηδὲ μαλθακὸς γένῃ Αἰσχύλ. Εὐμ. 74. ― Ἴδε Κόντου Φιλολ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Αϳ, σ. 155-6.

French (Bailly abrégé)

adv.
cependant, pourtant, néanmoins ; d’ord. au commenc. de la prop. : ὅμως δέ IL, ὅμως μέντοι PLAT cependant ; placé après un autre mot : οἱ μὲν οὖν πρῶτοι ὅμως τρόπῳ τινὶ ἐστρατοπεδεύσαντο XÉN cependant (bien que tout le matériel eût été pris) les premiers purent d’une façon qcque établir un camp ; κλῦθί μου νοσῶν ὅμως SOPH bien que tu sois malade, écoute-moi cependant ; λέξον, κεἰ στένεις κακοῖς, ὅμως ESCHL quoique tu gémisses de ces maux, annonce-les cependant ; οἱ δὲ ἐν Σαλαμῖνι ὅμως ταῦτα πυνθανόμενοι ἀρρώδεον HDT ceux de Salamine, bien que recevant cet avis, étaient cependant encore très effrayés ; οἱ τετρακόσιοι ὅμως καὶ τεθορυβημένοι ξυνελέγοντο THC bien que dans un grand trouble, les Quatre-cents s’assemblèrent cependant ; de même avec ὅμως καί : ἔπεμπον ὅμως καὶ ξεινίους σφι ἐόντας HDT ils envoyèrent (une armée pour les chasser) quoique leurs hôtes.
Étymologie: ὁμός, cf. lat. simul.

English (Autenrieth)

(ὁμός): yet, Il. 12.393†.

English (Slater)

ὅμως
   1 none the less ὅμως δὲ (O. 10.9) [[[ὅμως]] ὦν (ὁμοίως Leutsch e Σ.) (O. 11.10) ] ἀλλ' ὅμως (P. 1.85) ὅμως μὰν (P. 2.82) “τραχεῖαν ἑρπόντων πρὸς ἔπιβδαν ὅμως” (P. 4.140) καὶ γὰρ αὐτὰ ποσσὶν ἄπεπλος ὀρούσαισ' ἀπὸ στρωμνᾶς ὅμως ἄμυνεν ὕβριν κνωδάλων (N. 1.50) ἀλλ' ὅμως εὔχορδον ἔγειρε λύραν (N. 10.21) ἀλλ' ὅμως καύχαμα κατάβρεχε σιγᾷ (I. 5.51) ]δ' ὅμως ε[ fr. 169. 33. καὶ πολυκλείταν περ ἐοῖσαν ὅμως Θήβαν ἔτι μᾶλλον ἐπασκήσει fr. 194. 4.

English (Strong)

adverb from the base of ὁμοῦ; at the same time, i.e. (conjunctionally) notwithstanding, yet still: and even, nevertheless, though but.

English (Thayer)

(ὁμός), from Homer down, yet; it occurs twice in the N. T. out of its usual position (cf. Winer s Grammar, § 61,5f.; Buttmann, § 144,23), viz. in τά ἄψυχα, καίπερ φωνήν διδόντα, ὅμως, ἐάν διαστολήν ... πῶς κτλ. instruments without life, although giving forth a sound, yet, unless they give a distinction in the sounds, how shall it be known etc., Fritzsche, Conject. spec. i., p. 52; cf. Meyer at the passage; (Winer's Grammar, 344 (323)); again, ὅμως ἀνθρώπου ... οὐδείς ἀθετεῖ for ἀνθρώπου κεκυρωμένην διαθήκην, καίπερ ἀνθρώπου οὖσαν, ὅμως οὐδείς κτλ., a man's established covenant, though it be but a man's, yet no one, etc. ὅμως μέντοι, but yet, nevertheless, (cf. Winer's Grammar, 444 (413)), John 12:42.

Greek Monotonic

ὅμως: σύνδ. από το ὁμός (με διαφορετικό όμως τονισμό)·
I. αλλά όμως, και όμως, μολονότι, ωστόσο, Λατ. tamen, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ. κ.λπ.· συχνά ενισχύεται με άλλα μόρια, ἀλλ' ὅμως, Λατ. attamen, ωστόσο, παρ' όλα αυτά, σε Αριστοφ. κ.λπ.· ὅμωςμήν, ὅμως μέντοι, σε Πλάτ.· ὅμως γε μήν, ὅμως γε μέντοι, σε Αριστοφ.· χρησιμ. ελλειπτικά, οἴσεις οὐδὲν ὑγιές, ἀλλ' ὅμως (ενν. οἰστέον), στον ίδ.
II. ως απόδοση μετά τα καὶ εἰ ή καὶ ἐάν, όπως το tamen μετά τα etsi ή quamquam, κεἰ τὸ μηδὲν ἐξερῶ, φράσω δ' ὅμως, και αν ακόμη δεν μιλήσω ξεκάθαρα, όμως θα μιλήσω, σε Σοφ.· ομοίως, κλῦθί μου νοσῶν ὅμως (δηλ. εἰ νοσεῖς, ὅμως κλῦθι), στον ίδ.
III. λέγεται για να ορίσει μεμονωμένες λέξεις, Λατ. quamvis, ἀπάλαμόν περ ὅμως, όσο αβοήθητος και αν είναι, σε Ησίοδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ὅμως: однако, тем не менее, все же, все-таки (intens. ὅ. δέ, ὅ. μέντοι, ὅ. μήν, ἀλλ᾽ ὅ. и проч.) (οἱ τετρακόσιοι, ὅ. καὶ τεθορυβημένοι, ξυνελέγοντο Thuc.): νῦν δὲ ὅ. θαρρῶ Plat. теперь же я полон мужества; κλῦθί μου νοσῶν ὅ. Soph. хотя ты и страдаешь, все же выслушай меня.

Middle Liddell

[Conj. from ὁμός but with changed accent
I. all the same, nevertheless, notwithstanding, still, Lat. tamen, Il., Soph., etc.:—often strengthened by other words, ἀλλ' ὅμως, Lat. attamen, but still, but for all that, Ar., etc.; ὅμως μήν, ὅμως μέντοι Plat.; ὅμως γε μήν, ὅμως γε μέντοι Ar.:—used elliptically, οἴσεις οὐδὲν ὑγιές, ἀλλ' ὅμως (sc. οἰστέον) Ar.
II. in apodosis after καί εἰ or καὶ ἐάν, as tamen after etsi or quamquam, κεἰ τὸ μηδὲν ἐξερῶ, φράσω δ' ὅμως even if I shall say nothing plainly, yet I will speak, Soph.;—so, κλῦθί μου νοσῶν ὅμως (i. e. εἰ νοσεῖς, ὅμως κλῦθἰ, Soph.
III. to limit single words, Lat. quamvis, ἀπάλαμόν περ ὅμως helpless though he be, Hes., etc.