βώμιος
ἡγούμενος τῶν ἡδονῶν ἀλλ' οὐκ ἀγόμενος ὑπ' αὐτῶν → of his pleasures he was the master and not their servant
English (LSJ)
βώμιον, also α, ον, v. infr.: (βωμός):—
A of an altar, ἀκτὰν πάρα βώμιον S.OT183 (lyr.); βώμιοι ἐσχάραι E.Ph.274; β. ἕδρη Orph.A. 992.
2 of a suppliant, βωμία ἐφημένη at the altar, E.Supp.93, cf. S.Ant.1301; ἀμφὶ βωμίους λιτάς E.Ph.1749 (lyr.).
Spanish (DGE)
-ον
• Morfología: [-ος, -α, -ον S.Ant.1301, E.Supp.93]
1 que forma parte del altar, del altar ἀκτὰν παρὰ βώμιον = al borde del altar S.OT 183, ἐσχάραι E.Ph.274, ἕδρη Orph.A.992.
2 que está en la proximidad del altar, junto al altar de pers., anim. y asimilados ἡ δ' ... βωμία = ella ... al pie del altar S.l.c., μήτηρ βωμία ἐφημένη = una madre postrada junto al altar E.l.c., βώμιοι ἐπιστάται E.IT 1284, cf. IA 1593, βωμίους λιτάς E.Ph.1749.
German (Pape)
[Seite 469] auch 2 Endungen, Eur. Phoen. 281, zum Altar gehörig, auf dem Altar sitzend; Soph. Ant. 1301; βωμία ἐφημένη Eur. Suppl. 105; ἐπιστάται I. T. 1284; öfter; auch sp. D.
French (Bailly abrégé)
α ou ος, ον :
1 de l'autel;
2 qui se tient ou se fait devant l'autel.
Étymologie: βωμός.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
βώμιος -α -ον en -ος -ον βωμός van of bij het altaar; pred.. βωμίαν ἐφημένην bij het altaar zittend Eur. Suppl. 93.
Russian (Dvoretsky)
βώμιος: и 3 алтарный (ἐσχάραι Eur.): ἀκτὰν παρὰ βώμιον Soph. у подножья алтаря; βώμιοι λιταί Eur. молитвы перед алтарем; β. ἐφήμενος Eur. сидящий у алтаря.
Greek Monolingual
βώμιος, -ον και -α, -ον (Α) βωμός
1. αυτός που ανήκει στον βωμό
2. (για πρόσωπα) αυτός που έχει προσφύγει στον βωμό. ικέτης.
Greek Monotonic
βώμιος: -ον και -α, -ον (βωμός),
1. αυτός που ανήκει σε βωμό, σε θυσιαστήριο, σε Σοφ., Ευρ.
2. λέγεται για ικέτη· βωμία ἐφημένη, ευρισκομένη κοντά στο βωμό, στον ίδ.
Greek (Liddell-Scott)
βώμιος: -ον, ὡσαύτως, -α, -ον, ἴδε κατωτ.· (βωμός)· ― ὁ ἀνήκων εἰς βωμόν, ἀκτὰν παρὰ βώμιον Σοφ. Ο. Τ. 184· βώμιοι ἐσχάραι Εὐρ. Φοιν. 274. 2) ἐπὶ ἱκέτου, βωμία ἐφημένη, παρὰ τὸν βωμόν, ὁ αὐτ. Ἱκ. 93, πρβλ. Σοφ. Ἀντ. 1301· ἀμφὶ βωμίους λιτὰς Εὐρ. Φοίν. 1750. ― βωμικός, Βull. Cor. Hell. 11, 600.
Middle Liddell
βωμός
1. of an altar, Soph., Eur.
2. of a suppliant, βωμία at the altar, Eur.