Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βωμός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: βωμός Medium diacritics: βωμός Low diacritics: βωμός Capitals: ΒΩΜΟΣ
Transliteration A: bōmós Transliteration B: bōmos Transliteration C: vomos Beta Code: bwmo/s

English (LSJ)

ὁ, (βαίνω)

   A raised platform, stand, for chariots, Il.8.441; base of a statue, Od.7.100: but,    2 mostly, altar with a base, ἱερὸς β. Il.2.305, etc.; πρὸς βωμῷ σφαγείς A.Eu.305; βωμὸς ἀρῆς φυγάσιν ῥῦμα Id.Supp.84 (lyr.); βωμῶν ἀπείργειν τινά Id.Ch.293; ἀγυιεὺς β. S.Fr.370; of suppliants, ποτὶ βωμὸν ἵζεσθαι Od.22.334; βωμοῖσι προσῆσθαι, προσπεσόντα βωμῷ καθῆσθαι, S.OT16, OC1158; βωμὸν ἵζειν E.Ion1314: also in Prose, β. ἱδρύσασθαι Hdt.3.142, cf. Pl.Prt.322a; ἱζόμενοι ἐπὶ τὸν β. Hdt.6.108; ἐπὶ βωμῶν καθέζεσθαι Lys.2.11.    3 later, tomb, cairn, Epigr.Gr.319.    4 title of poems by Dosiades and Besantinus, AP15.26and25, cf. Luc.Lex.25.    5 altar-shaped cake, IG2.1651B,C, Poll.6.76.    6 Ζεὺς Βωμός, prob. a Syrian god, Hermes37.118 (Syria).    7 central fire in the system of Philolaus, acc. to Placit.2.7.7.    8 in pl., = ἔμβολοι, Hsch.

German (Pape)

[Seite 469] ὁ (βαίνω, βάω, entstanden aus βαομόσ), jede Erhöhung, um etwas anderes darauf zu setzen, od. hinauf zu steigen, Gestell, Untersatz, für einen Wagen Iliad. 8, 441, ἅρματα δ' ἂμ βωμοῖσι τίθει, plural. Homerisch statt des singular., v. l. ἀμβώνεσσι, s. Scholl. und vgl. Apollon. Lex. Homer. p. 53, 20; für Bildsäulen Odyss. 7, 100 χρύσειοι δ' ἄρα κοῦροι ἐυδμήτων ἐπὶ βωμῶν ἕστασαν αἰθομένας δαΐδας μετὰ χερσὶν ἔχοντες, v. l. βουνῶν, s. Scholl.; so noch Sp. vom Fußgestell der Statuen, wie gew. βάσις, Christod. 1, 1. Gew. Altar, Hom. oft, wie alle Folgenden; von der ἐσχάρα durch seine Höhe und Stufen unterschieden; ἱεροὺς βωμούς Iliad. 2, 305, θεῶν ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς Odyss. 3, 273; θεῶν ἐτετεύχατο βωμοί Iliad. 11, 808; Ἀπόλλωνος παρὰ βωμῷ Odyss. 6, 162; ohne Zusatz ἐπὶ βωμόν Iliad. 1, 440; βωμοὺς ἱδρύεσθαι Plat. öfter. Die Dichter, bes. Tragg., brauchen öfter den plur. für den sing., z. B. Soph. Tr. 238. 752. – Sp. auch Grabhügel, Ep. ad. 691 (App. 262).

Greek (Liddell-Scott)

βωμός: ὁ, (βαίνω) πᾶν ὑψωμένον ἔδαφος, ἐφ’οὗ δύναταί τις νὰ θέσῃ τι, ὑποστήριγμα, βάθρον, Λατ. suggestus, δι ’ἅρματα, Ἰλ. Θ.441· τὸ βάθρον ἀγάλματος καὶ τῶν ὁμοίων, ἀλλαχοῦ βάσις, βαθμός, Ὀδ. η.100, Χριστοδ. Ἐκφρ. 1· -ἀλλά, 2) μέρος ὑψωμένον (ἡ ἐσχάρα δέν ἦτο ὑψωμένη) ὅπως προσφέρωνται ἐπ’ αὐτοῦ θυσίαι, θυσιαστήριον ματὰ βάσεως ἢ βαθμίδων, Ὅμ., ὅστις ἐνίοτε προσθέτει ἱερός, Ἰλ. Β.305, κτλ.· συχν. παρὰ τραγ. πρβλ. λακτίζω, κτλ.· πρὸς βωμῷ σφαγεὶς Αἰσχύλ. Εὐμ. 305· βωμὸς ἀρᾶς φυγάσιν ῥῦμα ὁ αὐτ. Ἱκέτ. 83· βωμῶν ἀπείργειν τινὰ ὁ αὐτ. Χο. 293· ἀγυιεὺς β. Σοφ. Ἀποσπ. 340· βωμοὺς ὁρίζειν (πρβλ. ὁρίζω ΙΙ)· ἐπὶ ἱκετῶν, ποτὶ βωμὸν ἵζεσθαι Ὀδ. χ.334· βωμῷ προσῆσθαι, καθῆσθαι ὁ αὐτ. Ο.Τ. 16, Ο.Κ.1158· βωμὸν ἵζειν Εὐρ. Ἴων. 1314· ὡσαύτως παρὰ πεζοῖς, Πλάτ., κ. ἀλλ.· ἐπὶ βωμῶν καθέζεσθαι Λυσ. 191.31. 3) μεταγεν., τάφος, τύμβος, Λατ. tumulus Ἀνθ. ΙΙ. παραρτ. 262 Jac.A.Ii σ.922

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
plate-forme élevée ; d’où
1 estrade;
2 piédestal, socle (de statue);
3 d’ord. autel.
Étymologie: R. Βα ; cf. βῆμα, etc.

English (Autenrieth)

(βαίνω): step, pedestal, Od. 7.100, stand, platform, rack, Il. 8.441, and esp. altar. (See cut.)

English (Slater)

βωμός (-ός, -οῖο, -ῷ, -όν; -ῶν, -οῖς, -ούς)
   1 altar τύμβον ἀμφίπολον ἔχων πολυξενωτάτῳ παρὰ βωμῷ (sc. Πέλοψ. i. e. the altar of Zeus at Olympia) (O. 1.93) πατρὶ μὲν βωμῶν ἁγισθέντων (sc. Ζηνί. at Olympia) (O. 3.19) βωμοὺς ἓξ διδύμους ἐγέραρεν (sc. Ψαῦμις) ἑορταῖς θεῶν μεγίσταις ὑπὸ βουθυσίαις ἀέθλων τε πεμπαμέροις ἁμίλλαις at Olympia (O. 5.5) εἰ δ' εἴη μὲν Ὀλυμπιονίκας βωμῷ τε μαντείῳ ταμίας Διὸς ἐν Πίσᾳ (the Iamidai were hereditary priests of the oracle of Olympian Zeus: δἰ ἐμπύρων ἐν Ἤλιδι Ἰαμίδαι ἐμαντεύοντο. Σ.) (O. 6.5) cf. Ζηνὸς ἐπ' ἀκροτάτῳ βωμῷ τότ αὖ χρηστήριον θέσθαι κέλευσεν (sc. Ἴαμον Ἀπόλλων) (O. 6.70) ὡς ἂν θεᾷ πρῶτοι κτίσαιεν βωμὸν ἐναργέα i. e. to Athene in Rhodes (O. 7.42) Αἶαν, τεόν τἐν δαιτί, Ἰλιάδα, νικῶν ἐπεστεφάνωσε βωμόν at Opous (O. 9.112) Διός, ὃν ἀρχαίῳ σάματι πὰρ Πέλοπος βωμῳἑξάριθμον ἐκτίσσατο (βωμῷ, -ῶν codd. contra metr.) (O. 10.25) τὸν εἶδον κρατέοντα χερὸς ἀλκᾷ βώμὸν παρ' Ὀλύμπιον (O. 10.101) ἀνὰ βωμῷ θεᾶς κοιμάξατο (of Athene at Korinth: a ref. to ἐγκοίμησις) (O. 13.75) κελήσατό μιν θέμεν Ἱππίᾳ βωμὸν εὐθὺς Ἀθάνᾳ at Korinth (O. 13.82) μαρτυρήσει Λυκαίου βωμὸς ἄναξ the altar of Zeus on Mt. Lykaion (O. 13.108) ἀγέλα ταύρων ὑπᾶρχεν καὶ νεόκτιστον λίθων βωμοῖο θέναρ an altar to Poseidon on the Black Sea (P. 4.206) πὰρ βωμὸν πατέρος Ἑλλανίου στάντες (sc. Αἰακίδαι at Aigina) (N. 5.10) τῷ μὲν (sc. Ἡρακλεῖ) Ἀλεκτρᾶν ὕπερθεν δαῖτα πορσύνοντες ἀστοὶ καὶ νεόδματα στεφανώματα βωμῶν αὔξομεν ἔμπυρα χαλκοαρᾶν ὀκτὼ θανόντων (the altar to the eight children of Herakles by Megara. v. νεόδματος) (I. 4.62) ]καὶ θυοε[ντα ] βωμὸν[ (Pae. 3.9) γέρονθ' ὅτι Πρίαμον πρὸς ἑρκεῖον ἤναρε βωμὸν ἐπενθορόντα (= Διὸς ἑρκείου βωμόν) Πα. . 11. βω[μο (supp. Zuntz) Πα. 13. 1. θεῶν ἐπὶ βωμοῖς (haec verba praebet Plutarchi citatio, consol. ad Apoll. 35; desunt in Π.) Θρ. . 1. ζαθέας Πάρου ἐν γυάλοις ἕσσατο (sc. Ἡρακλέης) ἄνακτι βωμὸν πατρί τε Κρονίῳ fr. 140a. 64 (38). ]ωβωμ[ P. Oxy. 2442. fr. 104.

English (Abbott-Smith)

βωμός, -οῦ, ὁ (< βαίνω), [in LXX (Hex.) for מִזְבֵּחַ, in Proph., chiefly for בָּמָה;]
1.any raised place, a platform.
2.an altar: Ac 17:23 (cf. θυσιαστήριον and v. DB, i, 75).†

English (Strong)

from the base of βάσις; properly, a stand, i.e. (specially) an altar: altar.

English (Thayer)

βωμοῦ, ὁ (see βουνός), an elevated place; very frequent in Greek writings from Homer down, a raised place on which to offer sacrifice, an altar: Sept. for מִזְבֵּחַ.)

Greek Monolingual

ο (AM βωμός)
1. τετράγωνο ή παραλληλεπίπεδο χαμηλό κτίσμα με βάση και βαθμίδες, το οποίο χρησιμοποιείται ως θυσιαστήριο
2. βωμός αφιερωμένος σε θεότητα ή προσωπικότητα σε ανάμνηση ευεργεσίας
3. η Αγία Τράπεζα των χριστιανικών ναών
νεοελλ.
1. ο ιερός σκοπός για τον οποίο θυσιάζεται κάποιος («στον βωμό της πατρίδας»)
αρχ.
βάση, βάθρο αγάλματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τα βαίνω, έβην, βάσις και αποτελεί ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζα gw-. Σημασιολογικά συγγενεύει με τη λ. θυσιαστήριο «το μέρος όπου τελείται η θυσία», ειδικότερα «η Αγία Τράπεζα των χριστιανικών ναών» (πρβλ. λατ. ara «βωμός, θυσιαστήριο»).
ΠΑΡ. αρχ. βώμαξ, βωμιαίος, βώμιος, βωμίς
μσν.
βώμαξ.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) βωμολόχος
αρχ.
βωμοειδής. (Β' συνθετικό) αρχ. δωδεκάβωμος, ομόβωμος, πολυβωμος, ρυσίβωμος, σύμβωμος, τρίβωμος.

Greek Monotonic

βωμός: ὁ (βαίνω),
1. κάθε υπερυψωμένη βάση, έδαφος, επίπεδο, πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να τοποθετήσει κάτι, Λατ. suggestus· λέγεται για άρματα, σε Ομήρ. Ιλ.· χρησιμοποιείται για άγαλμα, η βάση του, το βάθρο του, σε Ομήρ. Οδ.
2. υπερυψωμένο μέρος για την προσφορά θυσιών, το θυσιαστήριο που έχει βάση ή βαθμίδες, σε Όμηρ., Τραγ. κ.λπ.
3. τάφος, τύμβος, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

βωμός: ὁ тж. pl.
1) возвышение, помост (ἅρματα βωμοῖσι τιθέναι Hom.);
2) подставка или постамент, цоколь (ἐπὶ βωμοῦ и βωμῷ ἳστατο, sc. ἄγαλμα Hom., Anth.);
3) алтарь, жертвенник Hom., Pind., Trag., Lys., Plat., Arst., Plut.;
4) могильный курган Anth.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: raised platform, stand (for chariots), base (of a statue), altar (Il.).
Compounds: βωμολόχος one that waited about the altars to steal the meat, ribald.
Derivatives: βωμίς step (Hdt.; on the word CEG 6), βωμίσκος techn. term (Hero.); βῶμαξ οΏ μικρὸς βωμός, ὑποκοριστικῶς H. - βωμῖτις (sc. γῆ) sacred land (Pergamon). - βωμίστρια priestess (Nic.; on -ίστρια Chantr. Form. 106); βώμαξ βωμολόχος H., s. Chantr. Form. 381f. on -αξ, Björck Alpha impurum 263 n. 1. - Adj. βώμιος (S.), also month name (Lamia); βωμιαῖος (S.). Note βώμηνεν ὤμοσε H. from *βωμαίνω swear (with the hand on the altar).
Origin: IE [Indo-European] [463] *gʷoh₂-mos stand
Etymology: Verbal noun to ἔ-βη-ν (ἔ-βα-ν), *gʷoh₂mos; for the meaning cf. βάσις and OP gāʮu- place, throne (from gā- = βα-, βη-).

Middle Liddell

βαίνω
1. any raised platform, a stand, Lat. suggestus, for chariots, Il.: of a statue, a base, pedestal, Od.
2. a raised place for sacrificing, an altar, Hom., Trag., etc.
3. a tomb, cairn, Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βωμός -οῦ, ὁ [~ βαίνω
1. altaar.
2. verhoging waarop zaken kunnen staan: standplaats, basis, sokkel.

Frisk Etymology German

βωμός: {bōmós}
Grammar: m.
Meaning: ‘Stufe, (Wagen)gestell’, bes. Altar (seit Il.).
Derivative: Zahlreiche Ableitungen. Deminutiva: βωμίς Staffel (Hdt.), βωμίσκος techn. Terminus mit verschiedenen Spezialbedeutungen (Hero, Nikom. usw.), βωμίσκιον (Pap.), βωμισκάριον (Inschr.); βῶμαξ· ŏ μικρὸς βωμός, ὑποκοριστικῶς H. — βωμῖτις (sc. γῆ) geweihtes Land (Pergamon); — βωμίστρια Priesterin (Nik.; nach den Bildungen auf -ίστρια zu -ίζειν, Chantraine Formation 106); βώμαξ· βωμολόχος H., volkstümlich-pejorative Bildung, Chantraine Formation 381f.; Björck Alpha impurum 263 A. 1; davon βωμάκευμα (Sch., EM). — Adj. βώμιος (S., E. usw.), auch Monatsname (Lamia); βωμικός (Kibyra), βωμιαῖος (S.). — βώμευσις· βωμοῦ ἵδρυμα H., wie von *βωμεύω, vgl. zu βώλωσις s. βῶλος. — Hierher auch als Denominativum βώμηνεν· ὤμοσε H. von *βωμαίνω ‘(mit der Hand auf dem Altar) schwören’.
Etymology : Verbalnomen mit auffallender ō-Stufe zu ἔβην (ἔβαν); zur Bedeutung vgl. z. B. βάσις und apers. gāϑu-, npers. gāh Platz, Stätte, Thron (von - = βα-, βη-). — Verfehlt E. Maaß Arch. f. Religionswiss. 23, 221ff. (vgl. Wahrmann Glotta 17, 244), Lewy KZ 55, 32 (sem. LW). — S. auch Porzig Satzinhalte 262, 286f.
Page 1,279

Chinese

原文音譯:bwmÒj 波摩士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:臺座 相當於: (מִזְבֵּחַ‎)
字義溯源:壇(拜外邦神的壇),臺;源自(βάσις)=腳步);而 (βάσις)出自(βαθύς)X*=行走)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 一座壇(1) 徒17:23