Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Γίγας

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: Γίγας Medium diacritics: Γίγας Low diacritics: Γίγας Capitals: ΓΙΓΑΣ
Transliteration A: Gígas Transliteration B: Gigas Transliteration C: Gigas Beta Code: *gi/gas

English (LSJ)

[ῐ], αντος, ὁ, mostly in pl., Giants,

   A ὑπέρθυμοι Od.7.59; Κύκλωπές τε καὶ ἄγρια φῦλα Γιγάντων ib.206; οὐκ ἄνδρεσσιν ἐοικότες ἀλλὰ Γίγασιν 10.120; γ. γηγενέται Hes.Th.185, cf. E.Ph.128 (lyr.); of Capaneus, A.Th.424.    II as Adj., mighty (γίγαντος· μεγάλου, ἰσχυροῦ, ὑπερφυοῦς, Hsch.), Ζεφύρου γίγαντος αὔρᾳ Id.Ag.692 (lyr.), cf. Eurytus (PLG3.639).

Greek (Liddell-Scott)

Γίγας: [ῐ], αντος, ὁ, καὶ συνηθέστατα κατὰ πληθ.= οἱ Γίγαντες, φυλὴ ἀνθρώπων ἀγρία καταστραφεῖσα ὑπὸ τῶν θεῶν· καλοῦνται δὲ ὑπέρθυμοι, λαὸς ἀτάσθαλος, Ὀδ. Η. 59, 60· Κύκλωπές τε καὶ ἄγρια φῦλα Γιγάντων αὐτόθι 206· οὐκ ἄνδρεσσιν ἐοικότες ἀλλὰ Γίγασιν Κ. 120· ἐν Ἡσ. Θ. 185 παριστάνονται ὡς υἱοὶ τῆς Γαίας, πρβλ. γηγενὴς καὶ ἴδε Εὐρ. Φοιν. 129. 1131· λέγεται καὶ ἐπὶ τοῦ Καπανέως τοῦ περιφρονοῦντος τὸν Δία καὶ τοὺς κερανούς του, Αἰσχύλ. Θήβ. 424. ΙΙ. ὡς ἐπίθ., ἰσχυρὸς (γίγαντος· μεγάλου, ἰσχυροῦ, ὑπερφυοῦς Ἡσύχ.), Ζεφύρου γίγαντος αὔρᾳ Αἰσχ. Ἀγ. 692. (Κοινῶς παραγόμενον ἐκ τοῦ γαῖα, γῆ, ἴδε ἀνωτ.· ἀλλ' ὁ Κούρτ. ἀναφέρει τὴν λέξιν εἰς τὴν ῥίζαν γέγαα, γίγνομαι).

French (Bailly abrégé)

αντος (ὁ) :
1 d’ord. au plur. les Géants, race d’hommes sauvages énormes, et qui furent détruits par Zeus;
2 p. ext. tout homme fort ou violent.
Étymologie: R. Γα, engendrer, avec redoubl. ; cf. γίγνομαι.

Spanish (DGE)

-αντος, ὁ

• Grafía: en edd. frec. con minúsc.

• Prosodia: [-ῐ-]

• Morfología: [dat. plu. -άντεσσιν Pi.N.1.67]
1 Gigante más frec. en plu. Gigantes seres de gran tamaño y ferocidad, ὥς περ Κύκλωπές τε καὶ ἄγρια φῦλα Γιγάντων Od.7.206, cf. 10.120, Hes.Th.50, Τυφῶνας ἢ Γίγαντας E.HF 1272, nacidos de Gea y la sangre de Urano, Hes.Th.185, E.HF 179, Ph.128, 1131, Apollod.1.6.1, Paus.8.29.2
tienen como rey a Eurimedonte Od.7.59, a Porfirión, Pi.P.8.17
sus características son asimiladas a otros personajes míticos: Atlante Titanomach.14, Céfiro, A.A.693, Eurytus Mel., Tifón, Nonn.D.1.415, Orión, Nonn.D.13.98, los Σπαρτοί Nonn.D.4.427
son famosos entre ellos Capaneo, A.Th.424, Alcioneo, Apollod.1.6.1, Nonn.D.48.46, Encélado, Q.S.14.584, Alpo, Nonn.D.45.176, otros como epón.: Asco, St.Byz.s.u. Δαμασκός, Ato, St.Byz.s.u. Ἄθως, Hispano, St.Byz.s.u. Ἱσπανίαι
luchan contra los dioses y son vencidos con la ayuda de Heracles en los campos Flegreos, Hes.Fr.43a.65, Certamen 9, Batr.7, Ibyc.192(a).2S., Xenoph.1.21, B.15.63, Pi.N.1.67, 7.90, S.Tr.1059, Fr.24.6, E.Ba.544, Io 988, Isoc.10.53, Orph.H.32.12, Apollod.1.6.1
localizados en la Palana tracia, Ephor.34, Str.7.fr.25, 27, Paus.1.25.2, Scymn.637, en la llanura de Cumas, Timae.89, Str.5.4.4, 6, 6.3.5, D.C.66.22.2, en Arcadia, Paus.8.29.1, en la Cólquide y la Bactria como símbolo de regiones montañosas AP 4.3.67, 73 (Agath.)
enterrados bajo islas rocosas: Míconos, St.Byz.s.u. Μύκονος, Str.10.5.9, Polibotes en Nísiro o Cos, Str.10.5.16
motivo de representaciones escultóricas en Atenas σκέψαι κλόνον ἐν τείχεσσι λαΐνοισι Γιγάντων E.Io 207, cf. Paus.1.2.4, 25.2, en Micenas, Paus.2.17.3, en el trono de Amiclas, Paus.3.18.11, en Olimpia, Paus.6.19.13, en Constantinopla, Them.Or.13.176d, de danza mimética, Luc.Salt.38
en la comedia Γίγαντες Los Gigantes tít. de Cratino el Joven, Ath.661e
hidrónimo EM 231.28G.
2 fig. héroe, señor poderoso, grande en el AT οὗτος (Νεβρωδ) ἤρξατο εἶναι γ. ἐπὶ τῆς γῆς LXX Ge.10.8, γ. κυνηγός LXX Ge.10.9, γ. γιγάντων de Cosroes, Men.Prot.6.1.182, cf. Hsch.

• Etimología: Del traco-frigio Γίγαντες.

Greek Monotonic

Γίγας: [ῐ], -αντος, ὁ, πληθ., δοτ. Γίγᾱσιν, Επικ. Γιγάντεσσιν (γῆ, γαῖα;)·
I. κυρίως στον πληθ., Γίγαντες, οι Γίγαντες, μια άγρια φυλή που εξολοθρεύτηκε από τους θεούς, σε Ομήρ. Οδ.· παριστάνονται ως γιοι της Γης, σε Ησίοδ.
II. ως επίθ., δυνατός, ισχυρός, Ζέφυρος γίγας, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

Γίγᾱς: αντος (ῐ) ὁ (dat. pl. Γίγᾱσιν и Γιγάντεσσιν) гигант, обычно pl. Γίγαντες Гиганты (миф. исполины, сыновья Геи, жившие на крайнем западе, но уничтоженные Зевсом за их нечестие) Hom., Hes., Pind., Aesch., Eur., Arst.

Etymological

-αντος
Grammatical information: m.
Meaning: mostly pl. Giganten, giant, name of a wilden people of fiants (Il.), in Hes. sons of Gaia. Cf. F.Vian, La guerre des Géants, 1952.
Compounds: As first member in Γιγαντο-μαχία (Pl.).
Derivatives: Adjectives: Γιγάντειος, -ταῖος, -τικός; Γιγάντιος as month name (Locris, Phocis). Ebenso als Vorderglied in.
Etymology: Reduplicated formation; with suffix as in Ἄβαντες, Κορύβαντες, ἀλίβαντες etc. (Schwyzer 526 : 4); prob. Pre-Greek (Kretschmer Glotta 14, 99). - H. Petersson Et. Miszellen 15f. connected Latv. gāgans langer Strick, giant; doubted by Kretschmer, Glotta 15, 197. - Eng. giant uiltimatly derives from the Greek word, through a Latin form gagas.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

Γίγας -αντος, ὁ, ook γίγας, dat. plur. γίγα̅σι, ep. γιγάντεσσι reus, meestal plur. de Giganten; adj.. ζεφύρου γίγαντος αὔρᾳ door een reusachtige stormvlaag Aeschl. Ag. 692.