Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ποσειδώνιος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: Ποσειδώνιος Medium diacritics: Ποσειδώνιος Low diacritics: Ποσειδώνιος Capitals: ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟΣ
Transliteration A: Poseidṓnios Transliteration B: Poseidōnios Transliteration C: Poseidonios Beta Code: *poseidw/nios

English (LSJ)

α, ον,

   A sacred to Poseidon, v.l. in E.Ph.188 (lyr.):— also Ποσειδᾱώνιος, AP6.4 (Leon.); Dor. Ποσειδάνιος [ᾱ] Pi.O.5.21, 10(11).26, B.Fr.6, S.OC1494 (lyr.), E.l.c. (lyr.).    II Ποσειδώνιον (sc. ἱερόν), τό, temple of Poseidon, Th.4.129, Paus.10.38.8; Ποσειδώνειον, Arist.Vent.973a16; Dor. Ποσειδάνειον AB430, Suid. s.v. Ἀπολλώνιον; Delph. Ποτειδάνιον SIG247 111 12 (iv B.C.).    III Ποσειδώνια, τά, his festival, Str.10.5.11, Ath.13.59of; Dor. Ποσειδάνια GDI4271.10 (Rhodes), SIG1028.24 (Cos, ii B.C.).

Greek (Liddell-Scott)

Ποσειδώνιος: -α, -ον, ἱερὸς τοῦ Ποσειδῶνος, Εὐρ. Φοίν. 188· ― ποιητ. Ποσειδαώνιος Ἀνθ. Π. 6. 4· Δωρ. Ποσειδάνιος [ᾱ]. Πινδ. Ο. 5. 50., 10 (14). 32· καὶ παρὰ Σοφ. Ο. Κ. 1494, τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ Ποσειδαονίῳ. ΙΙ. Ποσειδώνιον, (ἐξυπ. ἱερόν), τό, ὁ ναὸς τοῦ Ποσειδῶνος, Θουκ. 4. 129, Παυσ. 10. 38, 8· Ποσειδώνειον. Ἀριστ. Ἀποσπ. 238, Εὐστ., Σουΐδ.· Δωρ. Ποσειδάνειον, Α. Β. 430, Σουΐδ. ΙΙΙ. Ποσειδώνια, τά, ἡ ἑορτὴ αὐτοῦ, Στράβ. 487, Ἀθήν. 590F.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
de Poséidon ; τὸ Ποσειδώνιον, le sanctuaire de Poséidon.
Étymologie: Ποσειδῶν.

Greek Monotonic

Ποσειδώνιος: -α, -ον,
I. αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, σε Ευρ.· ποιητ. Ποσειδαώνιος και -όνιος, σε Σοφ., Ανθ.· Δωρ. Ποσειδάνιος [ᾱ], σε Πίνδ. ΙI.Ποσειδώνιον (ενν. ἱερόν), τό, ναός του Ποσειδώνα, σε Θουκ. III.Ποσειδώνια, τά, γιορτή προς τιμήν του, σε Στράβ.

Russian (Dvoretsky)

Ποσειδώνιος: II ὁ Посидоний (уроженец Апамеи в Сирии, философ стоической школы и политический деятель, живший на о-ве Родос, ок. 135-51 гг. до н. э.) Plut., Luc., Diog. L.
посидонов Eur.

Middle Liddell

Ποσειδώνιος, η, ον [from Ποσειδῶν
I. sacred to Poseidon, Eur.:—poet. Ποσειδαώνιος, and -όνιος, Soph., Anth.: doric Ποσειδά¯νιος, Pind.
II. Ποσειδώνιον, (sc. ἱερόν), τό, the temple of Poseidon, Thuc.
III. Ποσειδώνια, τά, his festival, Strab.