Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άγονος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄγονος, -ον)
1. αυτός που δεν παράγει κάτι, ο μη γόνιμος
2. (για πρόσωπα και ζώα) στείρος
3. (για τη γη) άκαρπος, άφορος, χέρσος
4. αυτός που δεν φέρνει αποτέλεσμα, άσκοπος, ανώφελος
αρχ.
1. αγέννητος
2. άτεκνος, άκληρος
3. φρ. «ἄγονος ἡμέραἔτος», ημέρα ή έτος που δεν ευνοεί τη γέννηση παιδιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + γονή.
ΠΑΡ. ἀγονία.