Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άφαντος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄφαντος, -ον)
1. αυτός που εξαφανίστηκε
2. αφανής, αόρατος
3. αφανής, άσημος
νεοελλ.
1. απρεπής, αταίριαστος
2. ανόητος, απερίσκεπτος
αρχ.
1. ασαφής, σκοτεινός
2. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) ἄφαντα
μυστικά, κρυφά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + -φαντος < φαν-, εφάνην (αόρ. του φαίνομαι)
πρβλ. νυκτίφαντος, τηλέφαντος.