Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγενής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ές (Α ἀγενής, -ές)
μσν.- νεοελλ.
ο μη ευγενικός, απρεπής, ανάγωγος, χυδαίος
αρχ.
1. αγέννητος, αδημιούργητος
2. αυτός που κατάγεται από ταπεινή οικογένεια (αντίθ. του ἀγαθός)
3. άτεκνος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + γένος.
ΠΑΡ. αγένεια, αγενικός, άγενος].