Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδαής

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-ές (Α ἀδαής)
αυτός που δεν γνωρίζει κάτι, άπειρος, αδέξιος, ανίδεος
αρχ.
σκοτεινός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. χρησιμοποιήθηκε παράλληλα προς την παλιότερη, ομηρική ήδη, λέξη ἀδαήμων που προέρχεται από την ίδια ρίζα. Ἀδαής < - στερητ. + ἐδάην, απρμφ. δαῆναι, αόρ. β΄ του δάω «μαθαίνω» (πρβλ. το ομόρριζο διδάσκω με μεταβιβαστική σημ. «κάνω κάποιον να μάθει») ή από αμάρτυρο ουσ. δάος (το) «γνώση».
ΠΑΡ. μσν. ἀδαηστί].