Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκυλί

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το / σκυλίν, ΝΜ, και παλ. τ. σκυλλί Ν σκύλος
σκύλος
νεοελλ.
1. υβριστική προσωνυμία βαρβάρων και μη χριστιανών («την άγια Τράπεζά μας μη μάς τήν πάρουν τα σκυλιά και μάς τή μαγαρίσουν», δημ. τραγούδι)
2. μτφ. α) αυτός που έχει πολύ μεγάλη αντοχή, ακούραστος, ακατάβλητοςείναι σκυλί στη δουλειά του»)
β) εξαγριωμένος, οργισμένος («έκανε σαν λυσσασμένο σκυλί»)
3. (ιδιωμ.) α) λαϊκός τραγουδιστής που ερμηνεύει τραγούδια χαμηλής ποιότητας
β) άτομο που συχνάζει σε νυχτερινά λαϊκά κέντρα διασκέδασης με μουσική κατώτερης ποιότητας
4. φρ. α) «κακό σκυλί» — άνθρωπος σκληρός άκαμπτος
β) «τον σκότωσαν [ή πήγε] σαν το σκυλί στο αμπέλι» — τον σκότωσαν ή δολοφονήθηκε χωρίς να γίνει γνωστός ο φονιάς και οι συνθήκες του φόνου
γ) «ψόφησε [ή πέθανε] σαν το σκυλί» — πέθανε σε άθλιες συνθήκες, χωρίς να έχει καμιά περίθαλψη
δ) «δουλεύει σαν το σκυλί» — εργάζεται ακούραστα και αγόγγυστα
ε) «είναι σκυλί μοναχό» — είναι ικανότατος και ακούραστος
στ) «δεν γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του» — λέγεται για μεγάλη αταξία και ακαταστασία
ζ) «μέ έκανε σκυλί» — μέ εξαγρίωσε
η) «είναι σκυλί εναντίον μου» — είναι πολύ θυμωμένος μαζί μου
β) «τον πέρασε από του σκυλιού το άντερο» — τον έβρισε με χυδαίο τρόπο, τον εξευτέλισε
1) «τον καιρό που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα» — λέγεται για να δηλώσει παλαιότερα ευτυχισμένα χρόνια μεγάλης ευημερίας
5. παροιμ. «(το) κακό σκυλί ψόφο δεν έχει» — οι κακοί άνθρωποι είναι μεγάλης αντοχής και μακροβιότητας.