Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απαραίτητος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀπαραίτητος, -ον) παραιτούμαι
αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς νά αποφύγει ή να παραλείψει («οι απαραίτητες ενέργειες», «η συνδρομή του είναι απαραίτητη»)
νεοελλ.
1. εκείνος που δεν έχει παραιτηθεί από κάποια θέση, εντολή ή αξίωμα
2. το ουδ. ως ουσ. τα απαραίτητα
τα απολύτως αναγκαία, τα χρειαζούμενα
μσν.
ο αναπόφευκτος
αρχ.
1. όποιος δεν αλλάζει γνώμη υποχωρώντας σε παρακλήσεις, άκαμπτος, αμείλικτος
2. (για ποινές) αναπόφευκτος, σκληρός
3. (για σφάλματα ή αδικήματα) ο ασυγχώρητος, ο αθεράπευτος.