Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπαραίτητος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπαραίτητος Medium diacritics: ἀπαραίτητος Low diacritics: απαραίτητος Capitals: ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ
Transliteration A: aparaítētos Transliteration B: aparaitētos Transliteration C: aparaititos Beta Code: a)parai/thtos

English (LSJ)

ον, I of gods or persons, not to be moved by prayer, inexorable, δαίμων Lys.2.78; θεοί, θεαί, Pl.Lg.907b, IG12(2).484 (Lesb.); Δίκη D.25.11; ἀνάγκη Epicur.Ep.3p.65U.; δικασταί Lycurg.2; ἀ. εἶναι περί τι Plu.Pyrrh.16:—τὸ ἀ. τινος πρὸς τοὺς πονηρούς Id.Publ.3. Adv. -τως implacably, inexorably, Th.3.84; ἀ. ἔχειν πρός τινα Plb.21.31.15. II of punishments, etc., not to be averted by prayers, inevitable, unmerciful, τιμωρίαι Din.1.23; κολάσιες Ti. Locr.104d; νόμος J.Ap.2.30; ὀργή, κατηγορία, Plb.1.82.9, 12.12.6; = ἀνήκεστος, βουλεύεσθαί τι ἀ. Id.4.24.6; ἁμαρτία unpardonable, Id.33.10.5. Adv. -τως obstinately, Sor.1.107. 2 not to be evaded, ἱκέτευμα Plu.2.95of; χρεία POxy.900.12 (iv A. D.), cf. PFlor.6.11 (iii A. D.); indispensable, ἀριθμός Philostr.VA3.30; irresistible, προθυμία Orib.Fr.57. Adv. -τήτως without evasion, PMag.Leid.W.17.2.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 279] 1) unerbittlich, θεοί Plat. Legg. X, 907 b; δαίμων Lys. 2, 75; δικασταί Lycurg. 2; Δίκη Dem. 25, 11; öfter bei Sp., bes. Pol. u. D. Hal., εἴς τινα 8, 25; τὸ ἀπ. πρός τινα, die unerbittliche Strenge gegen Jem., Plut. Popl. 3. – 2) was man sich nicht verbitten kann, unvermeidlich, τιμωρίαι Din. 1, 23; Pol. 1, 78; ζημίαι Dion. Hal.; ἁμαρτήματα, nicht abzubitten, nicht wieder gut zu machen, Pol. 30, 4; μηδὲν ἀπ. βουλεύεσθαι περί τινος 4, 24, wie das gew. ἀνήκεστον. – Adv. ἀπαραιτήτως, Thuc. 3, 84; ἔχειν πρός τινα, unerbittlich streng sein, Pol. 22, 14; καὶ πικρῶς πρός τι D. Hal. 9, 23.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπαραίτητος: -ον, Ι. ἐπὶ προσώπων, ὁ μὴ καμπτόμενος διὰ δεήσεων, ἄκαμπτος, ἀνεξίλαστος, ἀμείλικτος, δαίμων Λυσ. 198. 5· θεοί, Πλάτ. Νόμ. 907Β· δίκη Δημ. 772. 25· δικαστὴς Λυκοῦργ. 148. 4· ἀπ. εἶναι περί τι Πλουτ. Πύρρ. 16: - Ἐπίρρ. -τως, ἀδυσωπήτως, ἀμειλίκτως, ἀτρέπτως καὶ ἀπαραιτήτως Θουκ. 3. 84· ἀπ. ἔχειν πρός τινα Πολύβ. 22. 14, 15: - ἀπ. ἔχειν πρός τινα Πλουτ. Ποπλ. 3. ΙΙ. ἐπὶ ποινῶν, κτλ., ἣν δὲν δύναταί τις νὰ ἀποφύγῃ διὰ δεήσεως, ἄφευκτος, ἀνηλεής, τιμωρίαι Δείναρχ. 93. 8· κολάσιες Τίμ. Λοκρ. 104D· ὀργή, κατηγορία, Πολύβ. 1. 82, 9., 12. 12, 4: - ἐντεῦθεν = ἀνήκεστος Πολύβ. 4. 24, 6· ἁμαρτία, ἀσυγχώρητος, ὁ αὐτ. 33. 8. 5. 2) ὃν δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ἢ ἀποφύγῃ, ἱκέτευμα Πλούτ. 2. 950F.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 inexorable, inflexible;
2 qu’on ne peut repousser (prière, etc.).
Étymologie: ἀ, παραιτέομαι.

Spanish (DGE)

-ον
I 1inexorable, inmisericorde, severo, δαίμων Lys.2.78, θεοί Pl.Lg.907b, τᾶν Ἀπαραιτήτων Θέαν IG 12(2).484.13 (Lesbos), Δίκη Trag.Adesp.495, D.25.11, ἀνάγκη Epicur.Ep.[4] 134.4, δικασταί Lycurg.2, τιμωρίαι Din.1.23, κολάσεις Ti.Locr.104d, cf. Plu.Alex.57, κατηγορία Plb.12.12.6, νόμος I.Ap.2.215, ὀργή Plb.1.82.9, ἔνδεια LXX Sap.16.4, ὄμβροις διωκόμενοι ἀπαραιτήτοις LXX Sap.16.16, περὶ τοὺς καταλόγους τῶν στρατευομένων ἀ. ἦν Plu.Pyrrh.16, τὸ ἀ. ... πρὸς τοὺς πονηρούς Plu.Publ.3.
2 fatal, desesperado βουλεύεσθαί τι ... ἀ. Plb.4.24.6, ἁμαρτία Plb.33.10.5.
II 1a lo que uno no puede negarse, irresistible ἴυγξ atractivo irresistible Hld.4.15.2, προθυμία Orib.Ec.56
que no puede ser desoído, que debe ser atendido, ineludible ἱκέτευμα Plu.2.950f, πορεία Plu.2.113c, χρεία POxy.2727.10 (III/IV d.C.), 900.12 (IV d.C.), σιτοπομπία PMasp.30A.2, ἀποτείσει ... ἱερὰς καὶ ἀ. δραχμάς TAM 3.633.9 (I d.C.)
subst. τὸ ἀ. τῆς [συ] γκομιδῆς PFlor.6.11 (III d.C.).
2 indispensable ὅτι τοῦτο τῶν ὄψων μόνον ἀ. ἐστίν Plu.2.668f, ἀριθμός Philostr.VA 3.30.
III desoido μή οὖν ἀ. γένηται ἡ αἴτησις PMasp.84.3 (VI d.C.).
IV adv. -ως
1 inexorablemente ὠμῶς καὶ ἀ. Th.3.84, ζημιωθήσεται OGI 669.39 (Egipto I d.C.), πρὸς ἐκείνους ἔχειν ἀ. Plb.21.31.15
obstinadamente Sor.81.12.
2 inevitablemente ὅπως θεωρήσῃ ἀ. PMag.13.750.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀπαραίτητος, -ον) παραιτούμαι
αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς νά αποφύγει ή να παραλείψει («οι απαραίτητες ενέργειες», «η συνδρομή του είναι απαραίτητη»)
νεοελλ.
1. εκείνος που δεν έχει παραιτηθεί από κάποια θέση, εντολή ή αξίωμα
2. το ουδ. ως ουσ. τα απαραίτητα
τα απολύτως αναγκαία, τα χρειαζούμενα
μσν.
ο αναπόφευκτος
αρχ.
1. όποιος δεν αλλάζει γνώμη υποχωρώντας σε παρακλήσεις, άκαμπτος, αμείλικτος
2. (για ποινές) αναπόφευκτος, σκληρός
3. (για σφάλματα ή αδικήματα) ο ασυγχώρητος, ο αθεράπευτος.

Greek Monotonic

ἀπαραίτητος: -ον (παραιτέω)·
I. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που δεν κάμπτεται με δεήσεις, ανηλεής, αδυσώπητος, σε Πλάτ. κ.λπ.· επίρρ. -τως, σε Θουκ.
II. λέγεται για ποινές, αυτή η οποία δεν μπορεί να αποφευχθεί με ικεσίες, αναπότρεπτη, ανηλεής, σε Δείναρχ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπαραίτητος:
1) неумолимый, непреклонный, беспощадный (δαίμων Lys.; θεοί Plat.; Δίκη Dem.; ἔν τινι и πρός τινα Plut.);
2) неотвратимый, неизбежный (ὀργὴ καὶ μῖσος Polyb.);
3) непоправимый, непростительный (ἁμαρτήματα Polyb.);
4) не могущий быть отклоненным (ἱκετεύματα Plut.);
5) совершенно необходимый (ὄψον Plut.).

Middle Liddell

[παραιτέω]
I. of persons, not to be moved by prayer, inexorable, Plat., etc.:—adv. -τως, Thuc.
II. of punishments, not to be averted by prayers, inevitable, unmerciful, Dinarch.

English (Woodhouse)

ἀπαραίτητος = implacable, merciless, pitiless, deaf to entreaties, not to be influenced, not to be moved

⇢ Look up "ἀπαραίτητος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)