Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασυμβίβαστος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (Μ ἀσυμβίβαστος, -ον)
αυτός που δεν έχει ή που δεν είναι δυνατόν να συμβιβαστεί, να συνδιαλλαγεί με κάποιον ή κάτι άλλο
νεοελλ.
1. απρόσεχτος, δύστροπος
2. το ουδ. ως ουσ. η αδυναμία κρατικού λειτουργού, ιερωμένου, στρατιωτικού κ.λπ. να καταλάβει άλλο αξίωμα ή άλλη θέση ή να ασκήσει άλλο επάγγελμα αν δεν παραιτηθεί απ' αυτό που κατέχει.