Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰδέσιμος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek (Liddell-Scott)

αἰδέσιμος: -ον, προκαλῶν αἰδῶ ἢ σεβασμόν, σεβάσμιος, Λουκ. Νιγρ. 26: ἅγιος, ἱερός, Παυσ. 3. 5, 6. - Ἐπίρρ. -μως, μετὰ σεβασμοῦ, Αἰλ. περὶ Ζ. 2. 25.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
respectable, vénérable.
Étymologie: αἰδέομαι.

Spanish (DGE)

(αἰδέσῐμος) -ον

• Alolema(s): αἰδέσσιμος Orph.A.1338
I 1que inspira respeto, digno de respeto, venerable Sm.Is.9.15(14), τοῖς αἰδεσιμωτάτοις τῶν βασιλέων Aristid.Or.2.99, αἰδεσιμώτερος ... οὐδὲ φοβερώτερος Hierocl.in CA 13, κούρη αἰ. Eudoc.Cypr.1.54
neutro subst. τὸ μετ' εὐνοίας αἰδέσιμον el respeto bondadoso Luc.Scyth.10, τοῦ προσώπου τὸ αἰ. el aspecto respetable del rostro Luc.Nigr.26
c. dat. τῷ πατρί de Atenea para con Zeus, Aristid.Or.37.6, τὸ ἱερὸν πᾶσιν Paus.3.5.6, αἰδεσιμώτατον δὲ αὐτοῖς ἐκείνοις M.Ant.1.2
en pap. e inscr. tard., en fórmulas de trat. respetable, reverendo ὁ αἰ. πολιτευόμενος τῆς λαμπρᾶς καὶ λαμπροτάτης Ὀξυρυγχιτῶν πόλεως PMed.1.64.2, cf. 45.3 (ambos V d.C.), ὁ αἰ. Ἀθανάσιος PMich.612.5 (VI d.C.), τῷ αἰδεσίμῳ Κύρῳ ἐπιμελητῇ τοῦ δημοσίου λογιστηρίου POxy.125.3 (VI d.C.) en BL 1.316, cf. POxy.149.1, 126.5, 29, 136.17, 2780.12, PLugd.Bat.17.17.2 (todos VI d.C.).
2 púdico, pudoroso κρύπτοντε γάμων αἰδέσσιμον ἔργον Orph.A.1338.
II adv. -ως de manera respetuosa o deferente Ael.NA 2.25, cf. Stud.Pal.20.129.9 (V d.C.).

Greek Monotonic

αἰδέσιμος: -ον, αυτός που προκαλεί ντροπή ή σεβασμό, σεβάσμιος, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

αἰδέσῐμος: внушающий уважение: τοῦ προσώπου τὸ αἰδέσιμον Luc. достоинство в выражении лица.

Middle Liddell

[from αἰδέομαι
exciting shame, venerable, Luc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰδέσιμος -ον αἰδέομαι eerbiedwaardig, te respecteren.