Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαρύτητα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM βαρύτης) βαρύς)
1. το να είναι κάτι βαρύ, το βάρος
2. (για ήχο) το να είναι βαθύς, χαμηλός
νεοελλ.
1. η σοβαρότητα, το κύρος
2. η κρισιμότητα
3. παγκόσμια δύναμη έλξης που ενεργεί ανάμεσα στην ύλη
στη Γη όλα τα σώματα έχουν βάρος ή δύναμη βαρύτητας με φορά προς τα κάτω, ανάλογη προς τη μάζα τους
αρχ.
1. (για μέλος του σώματος) δυσκινησία
2. (για το στομάχι) δυσπεψία
3. αλαζονεία
4. αξιοπρέπεια
5. η κακία του χαρακτήρα
6. (ρητ.) η φορτικότητα του λόγου
7. γραμμ. ο τονισμός με βαρεία.