Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βασικός

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. θεμελιώδης
2. αρχικός
3. σημαντικός, ουσιαστικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βάσις(-η). Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στον θεόδωρο Αφεντούλη].