Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βλεννώδης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: βλεννώδης Medium diacritics: βλεννώδης Low diacritics: βλεννώδης Capitals: ΒΛΕΝΝΩΔΗΣ
Transliteration A: blennṓdēs Transliteration B: blennōdēs Transliteration C: vlennodis Beta Code: blennw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A slimy, mucous, Hp.Morb.2.12, Arist.HA591a26.

German (Pape)

[Seite 448] ες (mit der v. l. βλενώδης), schlammig, Arist. H. A. 8, 2; schleimig, rotzig, Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

βλεννώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς βλέννον, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ.8.2.26.

Spanish (DGE)

-ες
mucoso, viscoso Hp.Epid.4.1, Morb.2.12, Arist.HA 591a26, Mnesith.Ath.26.4, Gal.6.701.

Greek Monolingual

-ες (Α βλεννώδης) βλέννα
1. όμοιος με βλέννα
2. ανατομικό ή παθολογοανατομικό στοιχείο που έχει τη μορφή βλέννας ή παράγει βλέννα.

Russian (Dvoretsky)

βλεννώδης:
1) похожий на слизь (πολυπόδες Arst.);
2) покрытый слизью (κέφαλοι Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βλεννώδης -ες βλέννα slijmerig, snotterig.