Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βράχεα

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: βράχεα Medium diacritics: βράχεα Low diacritics: βράχεα Capitals: ΒΡΑΧΕΑ
Transliteration A: bráchea Transliteration B: brachea Transliteration C: vrachea Beta Code: bra/xea

English (LSJ)

τά, as if from a nom. βράχος, τό (or βραχέα, neut. pl. of βραχύς, Arist.HA568b28):—

   A shallows, Hdt.2.102, 4.179, Th.2.91, Plb.1.39.3, etc.: sg. only late, Procop.Pers.1.19, Goth.1.1.

German (Pape)

[Seite 461] (eigtl. βραχέα, sc. μέρη), τά, seichte Stellen im Wasser, Untiefen, Her. 2, 102; Thuc. 2, 91; Pol. 1, 39 u. öfter. Erst Sp. haben auch einen sing. βράχος, s. Lob. Phryn. 532.

Greek (Liddell-Scott)

βράχεα: τά, ὡς ἐξ ὀνομαστ., βράχος, τό, (ἢ βραχέα, οὐδ. πληθ. τοῦ βραχύς, ὡς ὁ Βεκκ. τὸ γράφει, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 6, 14, 12)· -«ῥηχὰ νερά», Λατ. vada, brevia, ὡς τὸ τενάγη, Ἡρόδ. 2. 102., 4. 179, Θουκ. 2. 91, κτλ.· -τὸ ἑνικὸν μόνον παρὰ μεταγεν. συγγραφεῦσιν, ὡς παρὰ Προκοπ.

French (Bailly abrégé)

pl. de βράχος².

Spanish (DGE)

-έων, τά

• Alolema(s): contr. βράχη St.Byz.s.u. Βραχία; tard. sg. βράχος St.Byz.l.c.
náut. o geog. bajíos ἐν τοῖσι βράχεσι γενέσθαι λίμνης Hdt.4.179, διέκπλοον τῶν βραχέων ib., ἀπίκεσθαι ἐς θάλασσαν οὐκέτι πλωτὴν ὑπὸ βραχέων Hdt.2.102, cf. Th.2.91, Arist.HA 568b28, Plb.1.47.5, Stadias.131 (ap. crít.), 177, D.S.13.78, D.Chr.5.9, St.Byz.l.c., cf. βραχύς.

Greek Monolingual

βράχεα, τα (Α) και βράχος, το (Μ)
ρηχά νερά, τενάγη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς. Ο τ. βράχεα πιθ. από τον πληθ. του ουδετέρου του επιθ. βραχύς, με αναβιβασμό του τόνου. Ο ενικός βράχος (το) εμφανίζεται στον Βυζαντινό ιστορικό Προκόπιο].

Greek Monotonic

βράχεα: τά, όπως αν προερχόταν από ονομ. βράχος, τόβραχέα), ουδ. πληθ. του βραχύς, τα ρηχά νερά, Λατ. brevia, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

βράχεα: стяж. βράχη (ᾰ) τά мелководье, мели Her., Thuc., Polyb.

Middle Liddell

[as if from a nom. βράχος, or βραχέα (neut. pl. of βραχύς)]
shallows, Lat. brevia, Hdt., Thuc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βράχεα -έων, τά βραχύς ondiepte :. ἐν τοῖσι βράχεσι γενέσθαι λίμνης in de ondiepte van het meer terecht komen Hdt. 4.179.2.