Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρέξιμο

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το βρέχω
1. η βροχή
2. το κατάβρεγμα ή ράντισμα κάποιου (πράγματος) με νερό ή άλλο υγρό.