Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βόδι

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το
1. μεγαλόσωμο κατοικίδιο μηρυκαστικό (το αρσενικό λέγεται ταύρος, το θηλυκό αγελάδα, το νεαρό μοσχάρι και έπειτα από χρονικό διάστημα ενός περίπου έτους δαμάλι)
2. (για άνθρωπο) νωθρός και ανόητος
3. παχύσαρκος και άκομψος
4. φρ. α) «τρώει ίσαμε ένα βόδι» — τρώει πάρα πολύ
β) «κοιμάται σαν βόδι» — κοιμάται πολύ βαθιά και αμέριμνα
γ) «είναι ένα βόδι» ή «...ενάμισι βόδι» — είναι πάρα πολύ ανόητος ή νωθρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. βους].