Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βόδι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το
1. μεγαλόσωμο κατοικίδιο μηρυκαστικό (το αρσενικό λέγεται ταύρος, το θηλυκό αγελάδα, το νεαρό μοσχάρι και έπειτα από χρονικό διάστημα ενός περίπου έτους δαμάλι)
2. (για άνθρωπο) νωθρός και ανόητος
3. παχύσαρκος και άκομψος
4. φρ. α) «τρώει ίσαμε ένα βόδι» — τρώει πάρα πολύ
β) «κοιμάται σαν βόδι» — κοιμάται πολύ βαθιά και αμέριμνα
γ) «είναι ένα βόδι» ή «...ενάμισι βόδι» — είναι πάρα πολύ ανόητος ή νωθρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. βους].