Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γεράκι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το και γέρακας, ο (θηλ. γερακίνα, η) (Μ γεράκιον και γεράκιν)
κοινή ονομασία αρπακτικών πουλιών της οικογένειας Falconidae με συνήθως μεγάλο στρογγυλό κεφάλι, μακριές μυτερές φτερούγες, μακριά μυτερή ουρά και γαμψή μύτη
νεοελλ.
(για ανώτερους στρατιωτικούς ή πολιτικούς)
αυτός που υποστηρίζει δυναμικές λύσεις, αδιάλλακτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. γεράκι < μσν. γεράκι(ο)ν < (αρχ. αμάρτ., ιεράκιον, υποκορ. του ιέραξ. Το μαρτυρούμενο αρχ. ιεράκιον δήλωνε είδος χόρτου και είδος μικτού κολλυρίου)].