Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱέραξ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ἱέραξ Medium diacritics: ἱέραξ Low diacritics: ιέραξ Capitals: ΙΕΡΑΞ
Transliteration A: hiérax Transliteration B: hierax Transliteration C: ieraks Beta Code: i(e/rac

English (LSJ)

[ῐ], ᾱκος, ὁ, Ion. and Ep. ἴρηξ [ῑ], ηκος (the longer form first in Alcm. 28, E.Andr.1141, Ps.-Orac. ap. Ar.Eq.1052):—

   A hawk, falcon, ἴρηξ ὠκύπτερος Il.13.62, cf. 819, Od.13.86, Hes.Op.212, Hdt.2.65, Arist.HA620a17; sacred to Apollo, Ar.Av.516.    II a kind of fish, Epich.68 (in Dor. form ἱάραξ), Epaenet. ap. Ath.7.329a.    III name for a grade of initiates in Mithras-worship, Porph.Abst.4.16.    IV name of a bandage, Sor.Fasc.12.

German (Pape)

[Seite 1240] ακος, ion. ἱέρηξ, ep. ἵρηξ, ein Raubvogel, Habicht oder Falke, vgl. Arist. H. A. 9, 36; ὠκύπτερος, Il. 13, 62, ὠκύς, 16, 582, vgl. 13, 819; ὠκυπέτης, Hes. O. 210; Eur. Andr. 1142; Ar. Equ. 1052; Plat. vrbdt τὰ τῶν ἱεράκων καὶ ἰκτίνων γένη, Phaed. 82 a. – Bei Ath. VIII, 356 a ein Meerfisch. – Nach E. M. ist der Vogel von der Schnelligkeit seines Fluges benannt, ἀπὸ τοῦ ἵεσθαι ῥᾷον, nach Anderen von ἱερός, weil er wie alle einzeln fliegenden Vögel, οἰωνοί, ein heiliger Vogel war, dessen Flug die Vogelschauer beobachteten u. deuteten.

Greek (Liddell-Scott)

ἱέρᾱξ: -ᾱκος, ὁ, Ἰων. καὶ Ἐπικ. ἵρηξ, ηκος, (ὁ μακρότερος τύπος πρῶτον παρὰ τῷ Ἀλκμᾶνι 16, Εὐρ. Ἀνδρ. 1141, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1052): ― ἱέραξ, κοιν. «γέρακας» καὶ «γεράκι», ὠκύπτερος ἵρηξ Ἰλ. Ν. 62, πρβλ. 819· ὤκιστος πετεηνῶν Ο. 237· ἐλαφρότατος πετεηνῶν Ν. 86· πρβλ. κίρκος, φασσοφόνος, καὶ περὶ ἄλλων εἰδῶν ἴδε Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 36· ὡς πτηνὸν ἱερὸν τοῦ Ἀπόλλωνος, Ἀριστοφ. Ὄρν. 516. ΙΙ. εἶδος ἰχθύος, Ἐπίχ. 45 (ἐν τῷ Δωρ. τύπῳ ἱάραξ), Ἀθήν. 356Α. (Ἴδε ἐν λ. ἱερός).

French (Bailly abrégé)

ακος (ὁ) :
faucon, épervier, oiseau.
Étymologie: DELG pê ἵεμαι s’élancer.

Spanish

hierático, propio de los sacerdotes

Greek Monolingual

ὁ (ΑΜ ἱέραξ, -ακος, Α ιων. και επικ. τ. ἴρηξ, δωρ. τ. ἱάραξ)
το πτηνό γεράκιἴρηξ ὠκύπτερος», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. είδος ψαριού
2. ονομασία αξιώματος τών μυημένων στη λατρεία του Μίθρα
3. είδος επιδέσμου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ἱέραξ είναι υστερογενής. Ο ομηρ. τ. είναι ἴρηξ και παρ' όλο που στον Όμηρο δεν απαντά με F-, η γλώσσα του Ησύχ. βείρακες
ἱέρακες οδηγεί σε αρχικό τ. Fῑράξ με F και επίθημα -ᾱκ-, το οποίο είναι συχνό σε ονομασίες ζώων (πρβλ. βάρβαξ). Υπέθεσαν επίσης ότι ο πρωταρχικός τ. ήταν Fῑρος και συνδεόταν με το (F)ίεμαι «ορμώ» (άρα Fῑρος = ορμητικός). Για τον σχηματισμό του υστερογενούς τ. ἱέραξ είναι πιθανή η παρετυμολογική επίδραση του ἱερός. Η λ., εκτός από το γνωστό πτηνό, δήλωνε αργότερα και ένα είδος ψαριού. Από το ἱέραξ προήλθε, μέσω του υποκορ. ἱεράκιον, το νεοελλ. γεράκι.
ΠΑΡ. ιερακάριος, ιεράκιο(ν)
αρχ.
ιερακείον, ιεράκειος, ιερακία, ιερακιάς, ιερακίδιον, ιερακίζω, ιερακίσκος, ιερακίτης, ιερακώδης
μσν.-νεοελλ. ιερακιδεύς.
ΣΥΝΘ. ιερακοειδής, ιερακοτρόφος
αρχ.
ιερακοβοσκός, ιερακοκτόνος, ιερακόμορφος, ιερακοπόδιον, ιερακοπρόσωπος, ιερακοτάφος
μσν.
ιερακοκόμματος
νεοελλ.
ιερακοκέφαλος, ιερακοσόφιο(ν)].

Greek Monotonic

ἱέραξ: -ᾱκος, Ιων. και Επικ. ἵρηξ, -ηκος, ὁ, γεράκι, σε Ομήρ. Ιλ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἱέραξ: ᾱκος (ῐ), эп.-ион. ἴρηξ, ηκος (ῑ) ὁ ястреб или сокол Hom., Hes. etc.; его эпитеты у Hom.: ὠκύπτερος «быстрокрылый», ὤκιστος πετεηνῶν «быстрейший из птиц», φασσοφόνος «уничтожающий голубей».

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: hawk, falcon; also fish-name (Epich. 68; Strömberg Fischnamen 1 13f. high-flyer).
Other forms: -ακος (Alcm. 28, E., Ar., Arist.), ἴρηξ, -ηκος (ep. Ion. Il.)
Compounds: Rarely in compp., e. g. ἱερακο-βοσκός falconer (pap.).
Derivatives: Dimin. ἱερακίσκος (Ar.); ἱερακίδιον, -άδιον statuette of a hawk (Delos IIa; on the meaning Chantraine Formation 70), ἱερακεῖον hawk-temple (pap. IIa), ἱερακιδεύς young hawk (Eust.; like ἀετ-ιδεύς a. o.; Boßhardt Die Nomina auf -ευς 78f.); ἱερακάριος falconer (Cod. Cat. Astr.); ἱερακίτης name of a stone, from the colour (Plin., Gal.; Redard Les noms grecs en -της 55), ἱεράκιον, also -ία, -ιάς, -ῖτις plant-name, hawk-weed, Hieracium (Ps.-Dsc.; on the unclear motivation Strömberg Pflanzennamen 118). - ἱεράκ-ειος, -ώδης hawk-like (late).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [1123] *uei- more quickly
Etymology: Though ἴρηξ in Hom. shows no digamma (Chantraine Gramm. hom. 1, 156), the H.-glosse βείρακες ἱέρακες (with βειράκη ἡ ἁρπακτική) shows an orig. *Ϝιραξ with -ακ- as in several animals names. One starts from an adj. (noun) *Ϝιρος, perh. related to (Ϝ)ίεμαι (Ebel KZ 4, 164f.). The sec. Form ἱέραξ from folketymology after ἱερός. - Solmsen Unt. 148f., Bechtel Lex. s. ἴρηξ; more in Bq. - Possible but uncertain; the suffix -ακ- could point to Pre-Greek origin.

Middle Liddell

a hawk, falcon, Il., Ar.

Frisk Etymology German

ἱέραξ: -ακος (Alkm. 28, E., Ar., Arist. u. a.),
{hiérāks}
Forms: ἴρηξ, -ηκος (ep. ion. seit Il.)
Grammar: m.
Meaning: Habicht, Falke, übertr. als Fischname (Epich. 68 u. a.; nach Strömberg Fischnamen 1 13f. wahrscheinlich Hochflieger).
Composita : Vereinzelt in Kompp., z. B. ἱερακοβοσκός Falkner (Pap. u. a.).
Derivative: Mehrere Ableitungen: Deminutivum ἱερακίσκος (Ar.); ἱερακίδιον, -άδιον Statuette eines Habichts (Delos IIa; zur Bedeutung Chantraine Formation 70), ἱερακεῖον Habichttempel (Pap. IIa), ἱερακιδεύς junger Habicht (Eust.; wie ἀετιδεύς u. a.; Boßhardt Die Nomina auf -ευς 78f.); ἱερακάριος Falkner (Cod. Cat. Astr. u. a.); ἱερακίτης N. eines Steins, von der Farbe (Plin., Gal. u. a.; Redard Les noms grecs en -της 55), ἱεράκιον, auch -ία, -ιάς, -ῖτις Pflanzenname, Habichtkraut, Hieracium (Ps.-Dsk. u. a.; zum unklaren Benennungsmotiv Strömberg Pflanzennamen 118). — ἱεράκειος, -ώδης habichtähnlich (spät).
Etymology : Obwohl ἴρηξ bei Hom. kein Digamma aufweist (Chantraine Gramm. hom. 1, 156), ergibt die H.-glosse βείρακες· ἱέρακες (wozu βειράκη· ἡ ἁρπακτική) ein urspr. *ϝιραξ mit suffixalem -ακ- wie in zahlreichen anderen Tiernamen. Auszugehen ist von einem Adj. (Nomen) *ϝιρος, das sich ungesucht zu (ϝ)ίεμαι sich vorwärts bewegen gesellt (Ebel KZ 4, 164f.). Die sekundäre Form ἱέραξ beruht auf Volksetymologie nach ἱερός. — Solmsen Unt. 148f., Bechtel Lex. s. ἴρηξ; weitere Lit. bei Bq und WP. 1, 229.
Page 1,712