Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δωδεκάφυλος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δωδεκάφῡλος Medium diacritics: δωδεκάφυλος Low diacritics: δωδεκάφυλος Capitals: ΔΩΔΕΚΑΦΥΛΟΣ
Transliteration A: dōdekáphylos Transliteration B: dōdekaphylos Transliteration C: dodekafylos Beta Code: dwdeka/fulos

English (LSJ)

ον,

   A of twelve tribes, τὸ δ. the twelve tribes of Israel, Act.Ap.26.7.

German (Pape)

[Seite 694] von zwölf Stämmen; Or. Sib.; τὸ δ., die zwölf Stämme, N. T., K. S.

Greek (Liddell-Scott)

δωδεκάφῡλος: -ον, ὁ εἰς δώδεκα φυλὰς διῃρημένος, τὸ δ., αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ Ἰσραήλ, Πράξ. Ἀποστ. κϚ΄, 7· λαὸς ὁ δ. Χρ. Σιβ. 2. 171.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
de douze tribus ; τὸ δωδεκάφυλον NT les douze tribus d’Israël.
Étymologie: δώδεκα, φυλή.

Spanish (DGE)

(δωδεκάφῡλος) -ον
1 de doce tribus λαός Orac.Sib.3.249, 11.36.
2 subst. τὸ δ. las doce tribus de Israel Act.Ap.26.7, 1Ep.Clem.55.6
subst. ἡ δ. sent. dud., quizá el registro de las doce tribus de Israel Proteu.2.3.

Greek Monolingual

δωδεκάφυλος, -ον (AM)
1. ο διαιρεμένος σε δώδεκα φυλές
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ δωδεκάφυλον
οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ.

Greek Monotonic

δωδεκάφῡλος: -ον (φυλή), αυτός που αποτελείται από δώδεκα φυλές· τὸ δ., οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ, σε Καινή Διαθήκη

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δωδεκάφυλος -ον [δώδεκα, φυλή] subst. n. τὸ δωδεκάφυλον de twaalf stammen (van Israël).

Middle Liddell

δωδεκά-φῡλος, ον φυλή
of twelve tribes, τὸ δ. the twelve tribes of Israel, NTest.