Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εγκαθιστώ

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

(-άω) (AM ἐγκαθίστημι
Μ και ἐγκαθιστῶ)
Ι. 1. τοποθετώ
2. ορίζω ή επιτρέπω σε κάποιον να μείνει μόνιμα σε ορισμένο τόπο
3. επικυρώνω με επίσημη πράξη ή τελετή την ανάληψη καθηκόντων από υπάλληλο ή αξιωματούχο
4. (για πολίτευμα, σύστημα κ.λπ.) εγκαθιδρύω
II. παθ. ἐγκαθίσταμαι
1. μεταβαίνω σε νέο τόπο μόνιμης διαμονής
2. αναλαμβάνω επίσημα τα καθήκοντά μου.