Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ειρήνη

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM εἰρήνη)
1. κατάσταση ηρεμίας και φιλικής σχέσης μεταξύ ατόμων, ομάδων, κρατών («οι τόποι επερνούσαν με ειρήνην», «εν καιρώ ειρήνης»)
2. συμφωνία, συνθήκη για τον τερματισμό του πολέμου («η υπογραφή της ειρήνης μεταξύ δύο κρατών», «ποιήσαντες εἰρήνην μετὰ τῶν ἐν τῷ κάστρῳ», «εἰρήνην ποιεῑν Ἀρμενίοις καὶ Χαλδαίοις»)
3. γαλήνη, ηρεμία (α. «ἔζησε ἐν εἰρήνῃ» β. «ἐν εἰρήνῃ» [[[συνήθως]] επιτάφια επιγραφή]
γ. «εἰρήνη καὶ ἔλεος παρά Θεοῡ»)
μσν.- νεοελλ.
φρ.
1. «ἄγγελος εἰρήνης» — προστάτης άγγελος που παρέχει ψυχική γαλήνη
2. «Θεὸς εἰρήνης» — ο Θεός που διδάσκει τους ανθρώπους να έχουν ειρήνη μεταξύ τους
3. «λόγοι εἰρήνης» — συμφιλιωτικοί λόγοι
4. «εἰς ὁδὸν εἰρήνης» — συνήθης ευχή αποχαιρετισμού εκ μέρους επισκόπου, ηγουμένου, πρωθιερέα κ.λπ. προς κατώτερό του κληρικό ή προς λαϊκό·