Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξάρτυση

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

η (Α ἐξάρτυσις) εξαρτύω
νεοελλ.
το σύνολο τών ατομικών αντικειμένων που κουβαλά κατά την πορεία ο στρατιώτης με στολή εκστρατείας, εκτός από το όπλο του, δηλ. ο γυλιός με το περιεχόμενό του, ο ζωστήρας, οι φυσιγγιοθήκες, το σακίδιο τών τροφίμων (σιτιοδόχη), το παγούρι (υδροδοχείο) κ.λπ.
αρχ.
1. εφοδιασμός, ετοιμασία, προπαρασκευή
2. μουσ. προσαρμογή, ρύθμιση, εναρμόνιση.