Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επαυξάνω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM ἐπαυξάνω)
1. κάνω κάτι μεγαλύτερο σε μέγεθος ή ποσότητα («τὴν ἑκάστου ῥαθυμίαν ὑμῶν ἐπαυξάνοντα», Δημοσθ.)
2. (αμτβ.) αυξάνομαι, μεγαλώνω, πληθαίνω, γίνομαι μεγαλύτερος ή περισσότερος.