Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θωρώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

και θωράω και θαρώ (Μ θωρῶ και θαρῶ)
1. βλέπω, κοιτάζω, αντικρίζω («πώς μάς θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου;» Βαλαωρ.)
2. παρατηρώ, παρακολουθώ προσεκτικά
3. διακρίνω, στοχάζομαι, διαισθάνομαιθωρώ ξαναγιαρύσασι κι ήρθαν τα περασμένα», Ερωτόκρ.)
2. αντιλαμβάνομαι, εκτιμώ, κρίνω («που τα δίκαια σου θωρώντας», Σολωμ.)
3. θαρώ, υποθέτω, εικάζω, νομίζω, μού φαίνεται πως («θωρώ πως δεν τά πάει καλά με τους δικούς του»)
4. υπολογίζω, σκέπτομαι («ο πόθος τούτα δε θωρεί, η αγάπη δε λογιάζει», Ερωτόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεωρώ, με συγκοπή. Η αφηρημένη σημασία του θεωρώ διατηρείται εν μέρει, το ρ. όμως σημαίνει συνήθως «βλέπω, παρατηρώ»].