Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευχαριστία

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐχαριστία και εὐχαριστεία)
1. συναίσθηση οφειλόμενης χάρης, έκφραση ευγνωμοσύνης, ευγνωμοσύνη
2. ευχαριστήρια δέηση, δοξολογία
3. φρ. α) «θεία ευχαριστία» — η θεία μετάληψη, το μυστήριο της μετουσιώσεως του άρτου και του οίνου σε αίμα και σώμα κατά την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία
β) «έχω ευχαριστία» — χρωστώ χάρη σε κάποιον ή νιώθω ευγνωμοσύνη για κάτι
4. ευχαριστήρια προσφορά
μσν.
1. ευχαρίστηση, ικανοποίηση
2. χαρά, απόλαυση
αρχ.
απονομή ή απόδοση δικαιοσύνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευχαριστώ (< ευχάριστος)].