Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συναίσθηση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / συναίσθησις, -ήσεως, ΝΜΑ συναισθάνομαι
η ενσυνείδητη γνώση, το να έχει κανείς επίγνωση της κατάστασής του (α. «δεν έχει συναίσθηση του καθήκοντος» β. «τὴν αὑτοῡ βελτιουμένου συναίσθησιν», Πλούτ.
γ. «συναίσθησις τῆς αὐτοῡ ἀσθενείας», Αρρ.)
μσν.
1. η συμμετοχή στα συναισθήματα κάποιου άλλου, η συμπάθεια
2. συμφωνία, συνεννόηση
αρχ.
1. η από κοινού αντίληψη διά μέσου τών αισθήσεων
2. το αίσθημα που είναι επακόλουθο της αρρώστιας.

Greek Monolingual

η / συναίσθησις, -ήσεως, ΝΜΑ συναισθάνομαι
η ενσυνείδητη γνώση, το να έχει κανείς επίγνωση της κατάστασής του (α. «δεν έχει συναίσθηση του καθήκοντος» β. «τὴν αὑτοῡ βελτιουμένου συναίσθησιν», Πλούτ.
γ. «συναίσθησις τῆς αὐτοῡ ἀσθενείας», Αρρ.)
μσν.
1. η συμμετοχή στα συναισθήματα κάποιου άλλου, η συμπάθεια
2. συμφωνία, συνεννόηση
αρχ.
1. η από κοινού αντίληψη διά μέσου τών αισθήσεων
2. το αίσθημα που είναι επακόλουθο της αρρώστιας.