Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θαυμαστής

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: θαυμαστής Medium diacritics: θαυμαστής Low diacritics: θαυμαστής Capitals: ΘΑΥΜΑΣΤΗΣ
Transliteration A: thaumastḗs Transliteration B: thaumastēs Transliteration C: thavmastis Beta Code: qaumasth/s

English (LSJ)

Ion. θωμ-, οῦ, ὁ,

   A admirer, Ps.-Hdt.Vit.Hom.5 (θωυμ- codd.), Arist. Rh.1384b37, al., Plu.Cat.Mi.25, Ph.Byz.Mir.4.2; ἑαυτοῦ Phld.Vit. p.14J.

German (Pape)

[Seite 1189] ὁ, Bewunderer; Her. vit. Hom. 3; Arist. rhet. 1, 11; Plut. oft u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

θαυμαστής: Ἰων. θωμ-, οῦ, ὁ, ὁ θαυμάζων τινά, Β. Ὁμ. 3, Ἀριστ. Ρητ. 2. 6, 24, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
admirateur.
Étymologie: θαυμάζω.

Greek Monolingual

ο, θηλ. θαυμάστρια (AM θαυμαστής, Α ιων. τ. θωμαστής) θαυμάζω
αυτός που θαυμάζει, που εκτιμά και αποδέχεται κάτι ή κάποιον (α. «θαυμαστής του Ομήρου» β. «ἐν πολλοῖς ἐρασταῖς και θαυμασταῖς τοῦ Κάτωνος», Πλούτ.).

Greek Monotonic

θαυμαστής: -οῦ, ὁ (θαυμάζω), αυτός που θαυμάζει, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

θαυμαστής: οῦ ὁ относящийся с восхищением, почитатель, поклонник Arst., Plut.

Middle Liddell

θαυμαστής, οῦ, θαυμάζω
an admirer, Arist.